29.12.06

Άγνωστος 2

ΖΗΤΩ Η ΛΟΓΟΚΡΙΣΙΑ. ΕΓΩ ΦΤΑΙΩ ΓΙΑ ΟΛΑ .

28.12.06

Άγνωστος 1


Βρίσκομαι σε ένα bar στην οδό Χάνδακος.
Μπροστά μου ένας στόχος γεμάτος τρίχες χοίρου και 4 χρώματα. Μαύρο, άσπρο, πράσινο και κόκκινο. Οι φίλοι μου, με τα βελάκια στα χέρια, βάζουν στόχους. Στόχους που ούτε στα πιο τρελλά ονειρά τους θα προσπαθούσαν να επιτεύξουν. Το χέρι μου κινείται αυτόματα και η απουσία του πληκτρολογίου με γεμίζει ευτυχία.
Μετά απο τόσο καιρό, το να προσπαθήσω να γράψω με μελάνι σε χαρτί πάνω, μοιάζει με άθλο, και ως άλλος Ηρακλής τον φέρνω σε πέρας. Μένουν άλλοι 9. Όσες και οι μπύρες που έχω πιεί.
Δύο παρτίδες πριν και 5 μπύρες μετά, και ο στόχος μοιάζει με ελικοδρόμιο, κάθε βελάκι με βόμβα υδρογόνου-οξυγόνου, καρδιάς.
Γιατί να μην μπορούμε να σώσουμε έστω και έναν βρώμικο συνάνθρωπο, γιατί να μην μπορούμε να φάμε τις αυταπάτες μας όπως τρώμε τα ψέμματα που μας ταΐζει η τηλεόραση? Γιατί να μην μπορούμε να ερωτευτούμε με τον ίδιο ρυθμό που πίνουμε μπύρες, που αφήνουμε τις κλανιές μας. Γιατί, γιατί, γιατί...
Η Πόπη προσπαθεί να είναι όσο πιο συγκεκριμένη γίνεται. Ο Νίκος προσπαθεί να στείλει τα βελάκια στο κέντρο, η Άννα θέλει απλά να πετυχαίνει τα νούμερα που της λένε και η άλλη Άννα έχει δύο tattoos πάνω στο κορμί της, ένα piercing στο στόμα και ένα στη μύτη.
Πως να προλάβω να εξηγήσω αυτό που συμβαίνει σε γυναίκες και άντρες πριν κουραστεί το χέρι μου... Κυνηγάω την κούρασή μου. Λες και κάποιος αόρατος παίκτης με ελέγχει με το joystick του. Λες και είμαι ο στόχος, με τα βελάκια να καρφώνονται πάνω μου, θυμίζοντάς μου τι σημαίνει αλήθεια, όραμα και μπύρα.
Θα ήθελα για μια φορά στη ζωή μου να ξεκλειδώσω ό,τι μου'λαχε και να το μοιράσω στα 4.
Ένα κομμάτι σε μένα
Ένα κομμάτι στη μοναξιά.
Ένα κομμάτι στο στόχο που μάταια ματώνει καθώς υποδέχεται τις ανησυχίες αγνώστων πάνω του.
Και ένα κομμάτι στο κορμί όσων δέχτηκαν μια καυτή βελόνα και κάμποσα ml μελάνης να τους θυμίζει για πάντα αυτά που η στιγμή όρισε για την αγαλλίασή τους.
Μπύρα, φίλοι μου. Μπύρα...
"Ζύθος ευφραίνει καρδίαν."

Διαιρέτης


26.12.06

Κάνε φίλο να δεις καλό!

Και πάσης Ελλάδος που λένε...

Θα προσπαθήσω να ανταποδώσω τα συναισθήματα που μου προκάλεσε το κειμενάκι του Νικόλα, στο ολοκαίνουριο blog του (δεύτερη απόπειρα). Επίσης σκεπτόμενος το ρητό "δείξε μου το φίλο σου να σου πω ποιός είσαι" δεν μπόρεσα να βρω καταλληλότερο άτομο για να με περιγράψω, απο τον προαναφερθέντα. Απο που να ξεκινήσω και που να τελειώσω

Νικόλας λοιπόν! Κατ'αρχήν αισθάνομαι την ιερή υποχρέωση, μιας και με έκανε ρόμπα στο blog του, να τον κάνω και γω λίγο ρόμπα, δείχνοντας σε σας, ώ χιλιάδες αναγνώστες, το πρόσωπό του:


Αυτός αγαπητοί αναγνώστες είναι ο Νικόλας. Καλύτερός μου φίλος τα τελευταία 3 χρόνια. Είμαι της άποψης πως στη ζωή ενός ανθρώπου μπορεί να υπάρξει μόνο ένας φίλος, ο Νικόλας είναι ο μοναδικός άνθρωπος που έχω γνωρίσει στη ζωή μου, που μπορεί να με ανεχτεί με τρόπο που δε με δυσαρεστεί.
Γνωριστήκαμε πριν απο 3 χρόνια περίπου, σε μια δύσκολη για την Ελλάδα εποχή :P (για μας εννοώ), υπο συνθήκες χαώδεις, συνθήκες πλήρους αναπροσαρμογής μας στα κοινωνικά δεδομένα που το καταναλωτικό θηρίο που ονομάζεται τηλεόραση, προσπαθεί να μας επιβάλλει.
Εκείνος δούλευε σε ενα νετ καφέ στο οποίο είχα αρχίσει να συχνάζω , και την περίοδο που παραιτήθηκε απο υπάλληλος, εγώ ζητούσα δουλειά στο ίδιο μαγαζί.
Σε αντίθεση με εκείνον, το πρώτο πράγμα που θυμάμαι απο τις αρχικές εκείνες συζητήσεις μας, ήταν ο τρόπος διεξαγωγής τους. Χαρακτηριστικά, στο νετ καφε εκείνο, τις πρώτες φορές που αρχίσαμε να βγαίνουμε απο το κέλυφός μας, όταν ο εκείνος μιλούσε, εγώ φορούσα τα ακουστικά του pc, με τη μουσική να παίζει δυνατά, και έκανα πως καταλαβαίνεα όσα λέει. Όταν ερχόταν η σειρά μου να μιλήσω, φορούσε εκείνος τα ακουστικά και συνεχιζόταν η κουβέντα κανονικότατα.
Σε αυτές τις πρώτες συζητήσεις είχα όλο το χρόνο να παρατηρήσω αυτή την ΕΛΕΕΙΝΗ και ΤΡΙΣΑΘΛΙΑ φάτσα, χωρίς να ακούω τις 7 φορές χειρότερες ΠΑΠΑΡΙΕΣ που έλεγε.

ΕΠΟΧΗ ΧΑΚ
Προσπερνώντας γρήγορα-γρήγορα τα σκηνικά με τη Βιβή (για να καταλάβετε τι εννοώ, pay a visit to his blog), περνάμε στην εποχή του ΧΑΚ, εποχή την οποία θυμάμαι και δεν μπορώ να σταματήσω να χαμογελάω. Θυμάστε που σας είπα πως παραιτήθηκε απο νετ καφέ στο οποίο έπιασα δουλειά εγω? Φεύγοντας απο κεί, έπιασε δουλειά στο προαναφερθέν νετ καφέ (ΧΑΚ) οπου ΕΒΓΑΖΕ ΤΗΣ ΠΟΥΤΑΝΑΣ ΤΑ ΛΕΦΤΑ ΚΛΕΒΟΝΤΑΣ ΤΟ ΜΑΚΗ. (loooooool). Στο μεταξυ εγώ έχασα τη δουλειά μου, και αναγκαστικά έχοντας αποκτήσει κόλλημα με το Internet και αφραγκίες πλέον, άραζα στο ΧΑΚ οπου ο Νικόλας ξηγιόταν free pc και τσάι με γεύση και επίδραση ;)
Αξέχαστα θα μου μείνουν τα σκηνικά στην ταράτσα ενός κτηρίου στο κέντρο της πόλης, οπου αράζαμε συχνά, καπνίζοντας και πίνοντας μπύρες, και ενίοτε τρώγοντας pizza Everest κερασμένη απο εκείνον, μιας και εγώ είπαμε, είχα αφραγκίες...


Έπειτα, ήρθε η εποχή που γνώρισα το Νικόλα στα παιδιά με τα οποία σπουδάζαμε μαζί στο Τ.Ε.Ι. Δυστυχώς τα σκηνικά που έπαιξαν εκείνη την περίοδο δεν μπορώ να τα περιγράψω μιας και είναι πάρα πολλά, με μικροεκδρομούλες, και πάρα πολλά βράδια μέσα σε καπνούς, σκοτάδια, και γλυκόζη...

ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ

Μια του κλέφτη, δυό του κλέφτη...



Η μοναδική απόδειξη οτι είμαι χαμμένος κυριολεκτικά στην κοσμάρα μου, ήρθε να μου παίξει 2 χαστούκια στα μούτρα πριν απο 2 ώρες.
Είμαι στο νετ καφε που συχνάζω, και ψάχνω κανα καλό blog να ξεκοκκαλίσω. Σε μια φάση, μεταξυ 2ης και 3ης μπύρας, συνειδητοποιώ οτι λείπει το κινητό μου. Ο μάγκας που το πήρε, το πήρε απο τη δεξιά τσέπη της ζακέτας μου, η οποία βρισκόταν κρεμασμένη στην πλάτη της καρέκλας μου. 2 τα περίεργα:
1. Το μαγαζί είχε πλήρότητα 100% που σημαίνει πως και οι 167 υπολογιστές που διαθέτει ήταν κατειλλημένοι, και υπήρχε και λαός στην υποδοχή που περίμενε να εξυπηρετηθεί. Κάθομαι στον όγδοο υπολογιστή στη σειρά, όπως μπαίνουμε στο μαγαζί. ΠΩΣ ΣΤΟ ΠΕΟΣ κατάφερε και πήρε το κινητό χωρίς να τον δει κανείς (πράγμα που φαντάζει λογικό, σε έναν τέτοιο χώρο) και το κυριότερο ΠΟΣΟ ΜΑΓΚΑΣ μπορεί να είναι το παληκάρι...
2. Παίρνω στον αριθμό που, και το σηκώνει την πρώτη φορά. Του λέω με περίσσεια ευγένεια αν γίνεται να βρεθούμε να μου δώσει το κινητό μου πίσω, γιατί προφανώς κάποιο λάθος θα έγινε. Το κινητό είναι δικό μου. Μου ανήκει, όπως λένε στο Βόρειο Πόλο. Δίνουμε ραντεβού σε κεντρικό σημείο, και πολύ απλά το παληκάρι δεν εμφανίζεται. Καλά μέχρι εδώ. Το χειρότερο έρχεται. Γιατί αν θέλει να κλέψει κάποιος ένα κινητό, δεν το κλείνει αμέσως? Μήπως να μου τελειώσει τις μονάδες πρώτα? 2 ΦΟΡΕΣ ΜΑΓΚΑΣ...

Στα αρχίδια μου το κινητό, και το εννοώ. Είναι η 2η φορά που χάνω λίστα με τηλέφωνα, που ξέρω πως δεν παίζει να βρω ούτε μια στο εκατομύριο... Και όσο το σκέφτομαι, τόσο χαίρομαι, γιατι και γω όταν ήμουν πιτσιρικάς, έπαιρνα απο την τσέπη του πατέρα μου κανα χιλιάρικο, για να πάω να παίξω Mortal Combat και όλα τα σχετικά μπιμπλίκια. Πάρτα τώρα Στελάκη στον κώλο. Μια χαρά!

23.12.06

Cafe Santan



Εδώ και καμμιά ωρίτσα απολαμβάνω τον καφέ μου. Μου έκανε παρέα η prozac αλλά δούλευε στις 5 το κακόμοιρο και την έκανε. Άτιμη σοκολάτα, είναι βαρύ το τίμημα... :P
Θυμήθηκα τις περσινές γιορτές, που δούλευα άγνωστος μεταξύ αγνώστων, σε ένα κλάμπ "ποιότητος Α". Όλοι περνούσαν καλά. Έπιναν, κάπνιζαν, ρουφούσαν κοκαΐνες και έδιναν τσιμπούκια στις τουαλέτες, και γω μάζευα τα πιωμένα, τα σπασμένα, τα φλόκια τους.
Πιό μόνος απο ποτέ, σε διαρκή αναζήτηση για το ποιός είμαι, που βρίσκομαι, αν υπάρχει κανείς που να με σκέφτεται, τι θα γινόταν αν έβγαζα ένα πιστόλι και φύτευα μια σφαίρα στο κεφάλι μου... Ωραίες οι περσυνές γιορτές!!!
Φέτος η κατάσταση είναι πολύ καλύτερη. Το τοπίο έχει ξεκαθαρίσει αρκετά. Δε δουλεύω πια νύχτα και δεν πνίγω τη μοναξιά μου σε ούζο λεμονάδα. Δεν προλαβαίνω δηλαδή...
Πήρα τη γάτα και μερικά ρούχα στο πατρικό μου σπίτι. Εκεί θα κάνω γιορτές. Όσο έδαφος έχασα πέρυσι βυθισμένος στης νύχτας τα κόλπα, τόσο σκοπεύω να κερδίσω φέτος. Κι ας εκκρεμούν προβλήματα οικογενειακά. Εδώ δεν τα λύσαμε 2 δεκαετίες, τώρα θα βρούμε την άκρη? Τέσπα, ο καθένας τραβάει το δρόμο του και αν τύχει και συναντηθούμε έχει καλώς. Το καλό με την όλη υπόθεση είναι πως ακόμη και τις γιορτές δεν υποκρινόμαστε τους χαρούμενους. Ή είμαστε ή δεν είμαστε. Και αυτό ισχύει ευτυχώς για όλο το χρόνο.
Πέρυσι τις Γιορτές, μια απο τις μέρες που δούλευα, ένας βοσκός έβγαζε το πιστόλι του στο μαγαζί, και πυροβολούσε (και αυτός και η μαλακισμένη η γκόμενά του)μέσα στο μαγαζί, σχεδόν κουφαίνοντας τον κολλητό.
Φέτος, μάλλον θα βοηθάω τη μάνα μου να φτιάξει καμμιά μυστηριακή σούπα, προσομοίωση του κόσμου, που απ'το τσουκάλι μοιράζεται στα πιάτα απο κάποιο αόρατο χέρι και τρώγεται με μπόλικό λεμονάκι συνήθως.

Όποτε ο αδερφός μου θέλει να μου σπάσει τα νεύρα, με φωνάζει "Καβάφη". Οτι πουλάω intellect στις γκόμενες και δεν ξέρω πότε να κόψω το "φιλικό". Ργώ κάθε φορά τον κοιτάζω απορημένος, βλέποντας πάντα τον ίδιο κάφρο (είναι λίγο, αλλα είναι ψυχή απίστευτη). Αλλά μάλλον έχει δίκιο. Δεν είναι λίγες οι φορές που νοιώθω οτι δεν είμαι της εποχής αυτής παιδί, ένα U.F.O. που πουλάει τρέλλα, ρομαντισμό και εμμονές σε τιμή ευκαιρίας, με το χάρτινο διαστημόπλοιό να βολτάρε ιπάνω σε ιστούς αράχνης. Μόνο που η αράχνη λείπει σε διακοπές στο Σείριο...
Αυτός κάνει κάτι πιο απλό. Όπως λέει "εγώ φίλε έχω μάθει να ξεχωρίζω τους ρόλους. Μέχρι εκεί που με παίρνει. Αν δε βρω ανταπόκριση την αφήνω τη φάση. Με το ζόρι παντρειά δε γίνεται. Δεν κάνω το φίλο με την ελπίδα κάποια στιγμή να αλλάξει γνώμη η γκόμενα. Αυτό το βλέπεις απο την ΑΡΧΗ. Μετά πάει, το'χασες."
Κάτι ξέρει. Εμένα καλύτερα απ'όλους.
Σαν τη φίλη μου τη Β. Κι αυτή με ήξερε καλύτερα απ'όλους και μόλις μου την έπεσε η καριόλα και δεν την πήδηξα, καπνός! Μην την είδατε. Γιατί? Διότι εκείνη είχε γκόμενο και εγώ τη στοιχειώδη νοημοσύνη να της πω "δε σε πηδάω γιατί είσαι 2 χρόνια με τον ΧΧΧ και δεν θα ήθελα να είμαι στη θέση του και να μου το κάνουν εμένα αυτό."
Τάδε έφη Καβάφης. Τάδε έφη Χυλοπιτίδης.
Αν μια γυναίκα δε μπορεί να χωρέσει σε έναν κόσμο χωρίς περιτύλιγμα, δεν της φταίω. Αν κυλιέσαι στα σκατά, πως να μυρίσει ο άλλος απέναντί σου το Chanel Νο5...

Αντε, Καλές Γιορτές!
Διαιρέτης

21.12.06

Είναι γάτα, όχι μαλακίες!

What the fuck are you looking at?






Τι είναι αυτό? Δε μοιάζει για Whiskas...






Φύγε απο δω!






Συγκάτοικος: Ήρθε η ώρα να μάθεις να παίζεις Playstation!






Σου μοιάζω να είμαι σε φάση για... Playstation?






Α, αυτός είναι ο σταυρός, κινεί τον παίκτη...






Α, και απο εδώ είναι κλωτσιές, μπουνιές και τα σχετικά... Με ποιό κάνει άμυνα?






I said, WHAT THE FUCK ARE YOU LOOKING AT?
Κανείς για Tekken 5...?






Αρκετά με το Tekken... Ύπνο τώρα...




Υ.Γ.: Και όχι τίποτα άλλο, σε λίγο θα μου ζητήσει να τη μάθω να παίζει και Warcraft. Όχι οτι έχω πρόβλημα, απλά δεν ξέρω πως θα τα πάει με το ποντίκι του υπολογιστή...

20.12.06

300 Trailer

Όσοι έχετε διαβάσει το κόμικ, θα δικαιολογήσετε την αγωνία και την προσμονή μου...

ΑΝΤΕ ΝΑ ΔΟΥΜΕ! (κυριολεκτικά και μεταφορικά...)

16.12.06

Το μουσικό περιλαίμιο



Περίμενα στη στάση να έρθει το λεωφορείο. Ξαφνικά, εμφανίστηκε ένα σκυλί, καφέ, αδέσποτο. Με ένα κόκκινο περιλαίμιο να κρέμεται απο το λαιμό του, δηλώνοντας πως είναι θηλυκό και εμβολιασμένο απο το Δήμο (μπλε για τα αρσενικά).
Και εκεί που όλοι έδειχναν να το αγνοούν, μια κοπέλα σκύβει και αρχίζει να το χαϊδεύει. Έτσι όπως το χαϊδευε, άρχισε να προσπαθεί να του χαλαρώσει το περιλαίμιο. Δεν έβλεπε καλά όως, και έτσι όπως την είδα να παλεύει, άνοιξα το φλας του κινητού μου, και άρχισα να φωτίζω το λαιμό του σκύλου.
Τη ρώτησα "θέλεις να το βγάλεις ή απλά να το χαλαρώσεις?" Μου απάντησε: "Να το βγάλω."
"Και δε μου λες", την ξαναρωτάω, "το κάνεις για το σκύλο ή για σένα?"
"Και για τους δύο," κατέληξε...
Το λεωφορείο ήρθε και εκείνη δεν πρόλαβε να αποτελειώσει ό,τι άρχισε. Δεν την άφησε ο σκύλος. Προφανώς απογοητευμένη, ίσως και λίγο ικανοποιημένη που κατάφερε έστω και λίγο να χαλαρώσει το περιλαίμιο, με καληνύχτισε και έφυγε. Εγώ δεν πήρα το λεωφορείο. Προτίμησα να καπνίσω άλλο ένα τσιγάρο και να περιμένω τον κολλητό να σχολάσει.

(πάροδος μισής ώρας περίπου)
Κάθομαι στο προαύλιο του Τ.Ε.Ι. περιμένοντας τον κολλητό μου να σχολάσει. Ένα μαύρο σκυλί με πλησιάζει. Αν είχε περιλαίμιομ δεν θα του το έβγαζα. Ειδικά τώρα. Κι όμως, το σκυλί, χωρίς να το έχω ξαναδεί, μόλις του είπα "κάνε μου λίγη παρέα μέχρι να έρθει ο Νικόλας", κάθησε ακριβώς δίπλα μου και άρχισε να μου γλείφει τα χέρια.

Αφήνω την προηγούμενη ιστορία στο πίσω μέρος του μυαλού μου. Κάνει κρύο και ο μόνος τρόπος να ζεσταθώ, και να περάσει η ώρα μέχρι να έρθει ο Νικόλας, είναι να γράψω τίποτα.
Στο μυαλό μου έρχεται ένα απο τα τελευταία σουξεδάκια το οποίο πάει κάπως έτσι:
"Κρίση
Με πιάνει κρίση.
Και δεν μπορεί ένας ολόκληρος στρατός
να με κρατήσει."

Σιγά ρε μεγάλε! Ποιός είσαι? Ο Τζακ ο Αντεροβγάλτης? Η Σάρα, μάνα του Τζον Κόνορ απο το Terminator 2 ? Ο πρώην συμβολαιογράφος-δικηγόρος του Κόμη Δράκουλα? Ο Σουλεϊμάν ο Πορθητής? Ο πούτσος μου ο ξενύχτης? Ποιός τελοσπάντων???
Άραξε λίγο... Κούλαρε... Να σου προτείνω εγώ μιά μικρή αλλαγή στο κομμάτι, που θα κάνει πάταγο? Επίτρεψέ μου...

Για τις βρωμερές μέρες:
"Βρύση,
Ανοίγω βρύση.
Και δεν μπορεί ένα ολόκληρο σιφώνι
τις βρωμιές ν'απορροφήσει."

Για τις σεξουαλικές μέρες:
"Χύσι,
Πετάω χύσι.
Κι άμα το στόμα σου φιλήσω
και πικρίλα εντοπίσω
θα το πιάσω με τη μία
οτι έχω αστοχήσει."

Για τους μαλάκες:
"Κλήση,
Μου κόψαν κλήση.
Δεν έχω βύσμα ο μαλάκας
κανα μπάτσο αλανιάρη
να τη σβήσει."

Για τα 16χρονα:
"Βίσση,
Αννούλα Βίσσηηηηηηηηηηηηηηηηηηηη....."

και ούτω καθεξής...

14.12.06

Εμμονή

Ζω με την εμμονή οτι δεν πρόκειται να ξεφύγω απο αυτό που μόλις είπα...

10.12.06

Επιτέλους ένα μεθυσμένο post!!!

Κάθε Κυριακή δουλεύω μόνος μου, μιας και ο Ντίνος έχει ρεπό. Μια μέθοδος που ανακάλυψα και μέχρι τώρα πετυχαίνει, είναι να ονειρεύομαι ξύπνιος όσο δουλεύω, μπας και περάσει η ώρα ευχάριστα.
3 όνειρα είχα σήμερα. Το πρώτο είχε να κάνει με ένα παιδί που το λένε Σταύρο. Θέλω να του διδάξω εδώ και καιρό τι πάει να πει σεβασμός αλλα δεν ήξερα πως. Σήμερα ονειρεύτηκα τον τρόπο. Κουκουλοφόρος θα τον περιμένω μια μέρα να σχολάσει απο τη δουλειά του, και θα τον βάλω με τη βία στο μαύρο αγροτικό του φίλου μου του Μάνου, του βοσκού.
Θα του περάσω μια μαύρη σακούλα στο κεφάλι, να μην έχει ιδέα που πάει, και θα τον οδηγήσω καμμια εικοσαριά χιλιόμετρα έξω απο το Ηράκλειο. Εκεί, θα τον στήσω γονατιστό, και θα του δώσω να διαβάσει ένα χαρτί που θα λέει: "Εγώ ο Σταύρος ΧΧΧ πάσχω απο έλλιεψη σεβασμού προς τον συνάνθρωπο, και προς τον εαυτό μου. Αποτέλεσμα αυτής της έλλειψης σεβασμού, θα είναι να χάσω τα μαλλιά μου στα επόμενα 5 λεπτά απο τώρα."
Τη στιγμή που θα διαβάζει το κείμενο αυτό, θα υπάρχει ένα κινητό τηλέφωνο ανοιχτό, το οποίο θα έχει καλέσει τον Τ. που επίσης πάσχει απο έλλειψη σεβασμού. Είμαι σίγουρος πως ο Τ. θα μπεί σε σοβαρές σκέψεις όσον αφορά τη συμπεριφορά του προς τους συνανθρώπους του.
Έπειτα, θα βάλω το Σταύρο να ρίξει ένα εικοσάπλευρο ζάρι 2 φορές. Το αποτέλεσμα θα αθροιστεί, και θα ισοδυναμεί με πόντους που θα λείψουν απο την αλογοουρά του.

Το επόμενο όνειρο που είδα στον ξύπνιο μου είχε να κάνει με την ΤσικνοΠέμπτη που μας έρχεται στο Ηράκλειο. Θα παραγγείλω απο το Internet μια μάσκα Βενετίας, και αφού ράψω τον κατάλληλο μανδύα, θα κυκλοφορήσω με τον κολλητό μου Ν. μοιράζοντας χάρτινα λουλούδια, και φλερτάροντας με άγνωστες περαστικές, θα οργανώσω ένα uber όργιο προς τιμήν της μοναξιάς μου. Και μόνο. Λεπτομέρεις δεν μπορώ να περιγράψω, είναι δύσκολο, και οι περιστάσεις ακατάλληλες.

Το τρίτο όνειρο που είδα στον ξύπνιο μου είχε να κάνει αποκλειστικά με τη διακόσμηση του δωματίου μου. Το δωμάτιό μου περιβάλλεται, απο το καθιστικό, απο την κουζίνα, και απο το δωμάτιο του συγκατοίκου. Θα τραβήξω λοιπόν φωτογραφίες τα υπόλοιπα δωμάτια, τοποθετώντας τη φωτογραφική μηχανή απο την πλευρά του τοίχου που συνορεύει στο δικό μου δωμάτιο. Έπειτα, θα τυπώσω τις φωτογραφίες στις διαστάσεις των τοίχων του δωματίου μου, και θα τις κολλήσω απο μέσα, σα να βάζω ταπετσαρία. Το αποτέλεσμα? Όταν μπαίνεις στο δωμάτιό μου, θα βλέπεις όλους τους υπόλοιπους χώρους του σπιτιού, σα να μην υπάρχει τοίχος. Δύσκολο να το περιγράψω, δύσκολο να το καταλάβετε αν δεν το δείτε. Αν βρω τα λεφτά πάντως, θα το κάνω δίσως δεύτερη σκέψη!

Αυτά τα λίγα προς το παρόν, μιας και η μπύρα μου κρατάει παρέα ακόμη και τώρα. Έχω τρελλή όρεξη να αρχίσω να κάνω σχόλια για ανθρώπους και καταστάσεις, αλλα δεν ξέρω αν πρέπει. Δεν ξέρω πια πότε σταματάει το κουτσομπολιό και αρχίζει η αυτοκριτική. Δεν ξέρω αν όλα αυτά τα κάνω επειδή νοιώθω τόσο μόνος, ή απλά το διασκεδάζω με την αδυναμία κάποιων να κοιτάξουν τους εαυτούς τους στον καθρέφτη και να τους φτύσουν. Δεν έχω το παραμικρό πρόβλημα να παραδεχτώ οτι είμαι ό,τι έχει απομείνει απο το Στέλιο του παρελθόντος, το Στέλιο που συνήθιζε να είναι αλλιώς, να μιλάει το ίδιο, να κερνάει αλήθειες και φόβους στον πρώτο τυχόντα.
Δεν θέλω πια να παριστάνω το φίλο ή τον εχθρό. Το μόνο που θέλω είναι έχω την ΑΝΕΣΗ να αντρέχω στον παλιό Στέλιο και να κάνω τις απαραίτητες συγκρίσεις.
Στ'αρχίδια μου οι τότε, στ'αρχίδια μου οι έπειτα. Με τις τώρα τι γίνεται? Ποιός ενδιαφέρεται? Ποιός είναι εδώ? Ποιός "σκαρφαλώνει" τον τοίχο που μου είπαν πως έχω χτίσει γύρω απ'το εγώ μου? Κουφάλες....

Κάθε τσιγάρο που χώνω στα σωθικά μου και μια μπουνιά. Μπουνιά στην ηρεμία που μάταια επιδιώκω. Κλωτσιά στο αλαβάστρινο κωλαράκι που με έπεισαν οτι διαθέτω :P
Και όχι τίποτα άλλο, πάει καιρός που κάποια το χούφτωσε...

Τελειώνω όχι επειδή το θέλω, αλλά επειδή νυστάζω. Θέλει το οχταωράκι της η επιδερμίδα μου... Μια μαντινάδα του παππού μου, που ήξερε να λέει αλήθειες.

"Καρδιά που πόνιε κι έγιανε,
δεν πρέπει να ποθάνει,
μόνο να φτάχνει γιατρικά,
κι άλλες καρδιές να γιάνει."

Φιλιά πολλά και να θυμάστε πως είμαστε αυτό που φοβόμαστε.

9.12.06

Κεφάλαιο 19


"Πως εκλπήρωσες τις στρατιωτικές σου υποχρεώσεις?"
"Στο στρατό, Τσάρλι. Δεν θα μας βγάλει πουθενά αυτό."
"Με τι ειδικότητα?"
"Ως γιατρός."
"Ψυχίατρος?"
"Όχι."
"Πόσο καιρό εξασκείς την ψυχιατρική?"
"Πέντε χρόνια."
"Έχεις φάει ποτέ τη γυναίκα σου?"
"Τι..." Τρομοκρατημένη, θυμωμένη παύση. "Δεν... δεν καταλαβαίνω το νόημα της φράσης."
"Θα το θέσω διαφορετικά, τότε. Έχεις εμπλακεί ποτε σε στοματικές γενετήσιες πρακτικές με τη γυναίκα σου?"
"Δε θα απαντήσω σε αυτό. Δεν έχεις το δικαίωμα."
"Έχω όλα τα δικαιώματα του κόσμου. Εσύ δεν έχεις κανένα. Απάντησέ μου αλλιώς θα πυροβολήσω κάποιοςν. Και να θυμάσαι, αν πεις ψέμματα, και σε πιάσω να λές ψέμματα, θα πυροβολήσω κάποιον." ¨Εχεις εμπλακεί ποτέ σε..."
"'Οχι."
"Πόσο καιρό εξασκείς την ψυχιατρική?"
"Πέντε χρόνια."
"Γιατί?"
"Για... Λοιπόν, επειδή με γεμίζει. Ως άνθρωπο."
"Είχε ποτέ η γυναίκα σου σχέσεις με άλλον άντρα?"
"Όχι."
"Πώς το ξέρεις?"
"Με αγαπάει."
"Σου έχει πάρει ποτέ η γυναίκα σου πίπα, Ντον?"
"Δεν καταλαβαίνω τι θέλεις..."
"Ξέρεις πολύ καλά τι εννοώ!"
"Όχι, Τσάρλι, εγώ..."
"Έκανες ζαβολιά σε κανένα διαγώνισμα στο κολέγιο?"
Παύση. "Απολύτως όχι."
"Σε κανένα κουίζ?"
"Όχι."
Επιτέθηκα ξαφνικά. "Τότε πως μπορείς να λες οτι η γυναίκα σου δεν ενεπλάκη ποτέ σε στοματο-γενετήσιες σεξουαλικές πρακτικές μαζί σου?"
"Εγώ... Εγώ-ποτέ... Τσάρλι..."
"Πού έκανες τη βασική σου εκπαίδευση?"
"Φ-Φόρτ Μπένινγκ."
"Ποιά χρονιά?"
"Δεν θυμάμ..."
ώσε μου μια χρονιά αλλιώς θα πυροβολήσω κάποιον εδώ κάτω!"
"Χίλια-εννιακόσια-πενήντα-έξι."
"Ήσουν αγριάδα?"
"Εγώ... Εγώ δεν..."
"Ήσουν αγριάδα? Ήσουν σκυλόφατσα?"
"Ήμουν... Ήμουν αξιωματικός. Υπολοχ..."
"Δεν σε ρώτησα αυτό!" ούρλιαξα.
"Τσάρλι... Τσάρλι, για όνομα του Θεού, ηρέμησε..."
"Ποιά χρονιά εκπληρώθηκαν οι στρατιωτικές σου υποχρεώσεις?"
"Χι-Χίλια-εννιακόσια-εξήντα."
"Χρωστάς στην πατρίδα σου έξι χρόνια! Λες ψέμματα. Θα πυροβολήσω."
"Όχι!" φώναξει. "Εθνική Φρουρά! Ήμουν στη Φρουρά!"
"Ποιό ήταν το πατρικό όνομα της μητέρας σου?"
"Γκ-Γκ-Γκάβιν."
"Γιατί?"
"Για... Δεν καταλαβαίνω τι εν..."
"Γιατί ήταν το πατρικό της όνομα Γκάβιν?"
"Γιατι το όνομα του πατέρα της ήταν Γκάβιν. Τσάρλι..."
"Ποιά χρονιά έκανες τη βασική σου εκπαίδευση?"
"Χίλια-εννιακόσια-επ-έξι!"
"Λές ψέμματα. Σ'έπιασα, έτσι δεν είναι, Ντον?"
"Όχι!"
"Άρχισες να λες πενήντα-επτά."
"Μπερδεύτηκα."
"Θα πυροβολήσω κάποιον. Στα σωθικά νομίζω. Ναι."
"Τσάρλι, για τ'όνομα του Ιησού!"
"Φρόντισε να μην ξανασυμβεί. Ήσουν απ'αυτούς που γαβγίζουνε, έτσι δεν είναι? Στο Στρατό?"
"Ναι-όχι-ήμουν αξιωματικός."
"Ποιό ήταν το μεσαίο όνομα του πατέρα σου?"
"Τζ-Τζον. Τσαχ-Τσάρλι, σύνελθε. Μ-Μ-Μη..."
"Καταβρόχθισες ποτέ τη γυναίκα σου δικέ μου?"
"Όχι!"
"Λες ψέμματα. Είπες πως δεν ξέρεςι τι σημαίνει αυτό."
"Μου το εξήγησες!" Ανέπνεε με μικρά, γρήγορα γρυλίσματα. "Άσε με να φύγω. Τσάρλι, άσε με να φ..."
"Σε ποιό θρησκευτικό δόγμα ανήκεις?"
"Στους Μεθοδιστές"
"Στην Ομάδα Οργάνωσης?"
"Όχι."
"Πήγαινες στο Κατηχητικό?"
"Ναι."
"Ποιές είναι οι τρείς πρώτες λέξεις της Παλαιάς Διαθήκης?"
Παύση. "Εν αρχή ήν."
"Πρώτη γραμμή απο τον εικοστό τρίτο ψαλμό?"
"Ο... εμ... Ο Κύριος είναι ο ποιμένας μου."
"Και έφαγες πρώτη φορά τη γυναίκα σου το 1956?"
"Ναι-όχι... Τσάρλι, άσε με ήσυχο..."
"Βασική εκπαίδευση, ποιά χρονιά?"
"Χίλια-εννιακόσια-πενήντα-έξι!"
"Είπες πενήντα-επτά προηγουμένως!" ούρλιαξα. "Ορίστε! Θα τινάξω κάποιου το κεφάλι στον αέρα αμέσως τώρα!"
"Είπα πενήντα-έξι, μπάσταρδε!" Ουρλιάζοντας, με κομμένη την ανάσα, υστερικός.
"Τι συνέβη στον Ιωνά, Ντον?"
"Τον κατάπιε μια φάλαινα."
"Η Βίβλος λέει μεγάλο ψάρι, Ντον. Αυτό εννοούσες?"
"Ναι. Μεγάλο ψάρι. Ναι βέβαια." Αξιοθρήνητα περίεργα.
"Ποιος κατασκεύασε την κιβωτό?"
"Ο Νώε"
"Που έκανες τη βασική σου?"
"Στο Φόρτ Μπένινγκ." Με μεγαλύτερη αυτοπεποίθηση. Οικείο έδαφος. Άφηνε τον εαυτό του να χαλαρώσει.
"Έφαγες ποτέ τη γυναίκα σου?"
"Όχι."
"Τι?"
"Όχι!"
"Ποιό είναι το τελευταίο βιβλίο στην Καινή Διαθήκη? Ντον?"
"Οι Αποκαλύψεις."
"Βασικά, είναι σκέτα Αποκάλυψη. Στον Ενικό. Έτσι?"
"Έτσι, βέβαια, έτσι."
"Ποιός την έγραψε?"
"Ο Ιωάννης."
"Ποιό ήταν το μεσαίο όνομα του πατέρα σου?"
"Ιωάννης."
"Σου αποκάλυψε τίποτε ποτέ ο πατέρας σου, Ντον?"
Ένα παράξενο, ψηλό, κακαριστό γέλιο απο τον Ντον Γκρέις. Μερκά απο τα παιδιά ένιωσαν άβολα ακούγοντας τον ήχο αυτού του γέλιου.
"Εμ... όχι... Τσάρλι... δεν μπορώ να πω οτι το έκανε ποτέ."
"Ποιό ήταν το πατρικό όνομα της γυναίκας σου?"
"Γκάβιν."
"Θεωρείται ο Ιησούς ένας απο τους μάρτυρες?"
"Ν-Ναι..." Ήταν πολύ Μεθοδιστής για να είναι πραγματικά σίγουρος.
"Πως μαρτύρησε?"
"Με το σταυρό. Σταυρώθηκε."
"Τι ρώτησε ο Χριστός τον Θεό πάνω στο σταυρό?"
"<Θεέ μου, Θεέ μου, γιατί με εγκατέλειψες?>"
"Ντον?"
"Ναι, Τσάρλι?"
"Τι είπες μόλις τώρα?"
"Είπα Θεέ μου, Θεέ μου γιατί..." Παύση. "Ω, όχι, Τσάρλι. Αυτό δεν είναι δίκαιο!"
"Έκανες μια ερώτηση."
"Με ξεγέλασες!"
"Μόλις σκότωσες κάποιον, Ντον. Λυπάμαι."
"Όχι!"

Πυροβόλησα με το πιστόλι στο πάτωμα. Όλη η τάξη, που άκουγε με έντονη, προσοχή, σαν υπνωτισμένη, μαζεύτηκε.
Πολλοί ούρλιαξαν. Ο "Χοιροστάσιο" λιποθύμησε πάλι, και χτύπησε το δάπεδο μ'ένα γεμάτο κρεάτινο γδούπο. Δεν ξέρω αν τον συνέλαβε το σύστημα ενδοεπικοινωνίας, αλλα πραγματικά δεν είχε σημασία.
Ο κύριος Γκρέις έκλαιγε. Με αναφιλητά, σαν παιδί.
"Ικανοποιητικό" είπα χωρίς να απευθύνομαι σε κανέναν συγκεκριμένα. "Πολύ ικανοποιητικό."
Τα πράγματα φαίνονταν να κυλάνε ωραία.
Τον άφησα να κλαίει για σχεδόν ένα λεπτό. Οι μπάτσοι είχαν αρχίσει να έρχονται προς το σχολείο μόλις άκουσαν τον πυροβολισμό, αλλα ο Τομ Ντένβερ, στοιχηματίζοντας ακόμη στον τρελογιατρό του, τους κράτησε πίσω, και έτσι αυτό ήταν εντάξει. Ο κύριος Γκρέις ακουγόταν σαν ένα μικρό παιδί, αβοήθητο, χωρίς ελπίδα. Τον είχα αναγκάσει να γαμήσει τον εαυτό του, με το δικό του μεγάλο εργαλείο, σαν εκείνες τις παράξενες εμπειρίες που διαβάζεις στο Penthouse forum.
Του είχα αφαιρέσει τη μάσκα του μάγου γιατρού και τον έκανα ανθρώπινο. ΑΛλα δεν του κρατούσα κακία. Το να σφάλλεις είναι μόνον ανθρώπινο, αλλα είναι ίδιον θεικό το να συγχωρείς. Το πιστεύω αυτό πραγματικά.

"Κύριε Γκρέις?" είπα τελικά.
"Θα βγω έξω τώρα" είπε. Και τότε με δακρύβρεχτη επαναστατικότητα: "Και δεν μπορείς να με σταματήσεις!"
"Εντάξει", είπα τρυφερά. "Το παιγνίδι τελείωσε, κύριε Γκρέις. Δεν παίζαμε στ'αλήθεια αυτή τη φορά. Κανένας δεν είναι νεκρός εδώ κάτω. Έριξα στο πάτωμα."
Σιωπή με αναπνοές. Μετά, κουρασμένα: "Πως μπορώ να σε πιστέψω, Τσάρλι?"
Γιατί θα είχε δημιουργηθεί πανικός.
Αντί να πω αυτό, έδειξα με το δάχτυλο. "Τεντ?"
"Είμαι ο Τεντ Τζόουνς, κύριε Γκρέις", είπε ο Τεντ μηχανικά.
"Ν-Ναι, Τεντ."
"Έριξε στο πάτωμα", είπε ο Τεντ με φωνή ρομπότ. "Όλοι είναι καλά." Μετα χαμογέλασε και άρχισε να μιλάει πάλι. Έστρεψα το πιστόλι προς το μέρος του, και έκλεισε αστραπιαία το στόμα του.
"Ευχαριστώ, Τεντ. Ευχαριστώ, αγόρι μου." Ο κύριος Γκρέις άρχισε πάλι να σιγοκλαίει. Μετά απο ό,τι βάρυνε σαν πολύς, πολύς χρόνος, έκλεισε το σύστημα ενδοεπικοινωνίας. Αρκετή ώρα μετά απ'αυτό, εθεάθη πάνω στο γρασίδι, πάλι, περπατώντας με το τουίντ σακάκι του με τα σουέντ μπαλώματα στους αγκώνες, το καραφλό κεφάλι του να γυαλίζει, τα μάγουλά του να γυαλίζουν. Περπατούσε αργά, σαν γέρος.
Ήταν απίστευτο πόσο πολύ μου άρεσε να τον βλέπω να περπατάει έτσι.


Απο το βιβλίο "Οργή".
Ένα απο τα βιβλία του Bachman.
1977


(sorry για το μέγεθος του ποστ, αλλα δεν γινόταν να μην γράψω όλο το κεφάλαιο...)

5.12.06

Κεφάλαιο 18






[...]

"Άσε μας να σε βοηθήσουμε Τσάρλι", έλεγε ο κύριος Γκρέις.
"Με το να σας αφήσω να με βοηθήσετε, θα βοηθούσα εσάς." Το είπα λες και η σκέψη μου είχε μόλις φανερωθεί.
"Δεν θέλω να το κάνω αυτό."
"Γιατί Τσάρλι?"
"Κύριε Γκρείς?"
"Ναι, Τσάρλι?"
"Την επόμενη φορά που θα μου κάνετε μια ερώτηση, θα σκοτώσω κάποιον εδω κάτω."

Μπορούσα να ακούσω τον κύριο Γκρέις να ανασαίνει, σα να του είχε μόλις αναγγείλει κάποιος πως ο γιός του έπεσε θύμα αυτοκινητικού. Ήταν ένας πολύ α-συνείδητος ήχος. Με έκανε να αισθάνομια πολύ ωραία.
Οι πάντες στην αίθουσα με κοίταζαν περίεργα. Ο Τέντ Τζόουνς σήκωσε αργά το κεφάλι του, σα να είχε μόλις ξυπνήσει. Μπορούσα να δω το, γνωστό σε μένα, σκοτεινό σύννεφο μίσους να καλύπτει το βλέμμα του. Τα μάτια της Άνν Λάσκι ήταν στρογγυλά και τρομαγμένα. Τα δάχτυλά της της Σύλβια Ράγκαν χόρευαν ένα αργό και ονειρικό μπαλέτο, καθώς έκαναν επιδρομή στο τσαντάκι της για άλλο ένα τσιγάρο. Και η Σάντρα Κρος με κοίταζε σοβαρά, σοβαρά σα να ήμουν γιατρός ή ιερέας.
Ο κύριος Γκρέις άρχισε να μιλάει.

"Πρόσεξε!" είπα απότομα. "Πριν πείς οτιδήποτε, πρόσεξε. Δεν παίζεις το δικό σου παιγνίδι πια. Κατάλαβέ το αυτό. Παίζεις το δικό μου. Δηλώσεις μόνο. Πρόσεξε πάρα πολύ. Μπορείς να είσαι πολύ προσεκτικός?"
Δεν είπε τίποτα για το παιγνίδι μου με τις λέξεις. Τότε είναι που άρχισα να πιστεύω πως τον έχω στο χέρι.
"Τσάρλι..." Αυτό ήταν σχεδόν μια παράκληση?
"Πολύ καλά. Νομίζεις πως θα μπορέσεις να κρατήσεις τη δουλειά σου μετά απ'αυτό, κύριε Γκρέις?"
"Τσάρλι, για τ'όνομα του Θεού..."
"Ακόμη καλύτερα."
"Άφησέ τους να φύγουν Τσάρλι. Σώσε τον εαυτό σου. Σε παρακαλώ."
"Μιλάς πολύ γρήγορα. Σύντομα θα σου ξεφύγει καμμία ερώτηση, κι αυτό θα είναι το τέλος για κάποιον."
"Τσάρλι..."
"Πώς εκπλήρωσες τις στρατιωτικές σου υποχρεώσεις?"
"Τι..." Ξαφνικό σφύριγμα αναπνοής, καθώς το έκοψε απότομα.
"Παραλίγο να σκοτώσεις κάποιον", είπα. "Πρόσεχε Ντον. Μπορώ να σε λέω Ντόν, δεν μπορώ? Βέβαια. Κατάλαβε την βαρύτητα αυτών των λέξεων, Ντον."
Πήγαινα κατά πάνω του.
Θα τον έσπαγα.
Εκείνο το δευτερόλεπτο μου φάνηκε ποτι ίσως μπορούσα να τους σπάσω όλους.

"Νομίζω οτι είναι καλύτερα να αποσυρθώ για την ώρα, Τσάρλι."
"Εάν φύγεις πριν σου πω οτι μπορείς, θα πυροβολήσω κάποιον. Αυτό που θα κάνεις είναι να κάτσεις εκεί και να απαντήσεις στις ερωτήσεις μου."
Η πρώτη εφιδρωμένη εκδήλωση απόγνωσης, τόσο καλά κρυμμένη όσο ο ιδρώτας απο τις μασχάλες στο χορό των πρωτοετών: "Πραγματικά δεν πρέπει να το κάνω, Τσάρλι. Δεν μπορώ να πάρω ευθύνη για..."
"Ευθύνη?" ούρλιαξα. "Θεέ μου, παίρνεις την υθύνη απο τότε που σε αμόλησαν απ'το κολλέγιο! Τώρα θέλεις να την κοπανήσεις, για πρώτη φορά που φαίνεται ο κώλος σου γυμνός! Αλλά εγώ οδηγάω, και, μα το Θεό, εσύ θα τραβήξεις την καρότσα! Αλλιώς θα κάνω ακριβώς αυτό που είπα. Μπήκες? Με καταλαβαίνεις?"
"Δεν θα παίξω ένα φτηνιάρικο παιγνίδι με ανθρώπινες ζωές, έτσι για γούστο, Τσάρλι."
"Συγχαρητήρια σ'εσένα", είπα. "Μόλις περιέγραψες τη σύγχρονη ψυχιατρική. Αυτός θά'πρεπε να είναι ο ορισμός στα σχολικά βιβλία, Ντον. Τώρα άκουσε προσεκτικά: θα κατουρήσεις απ'το παράθυρο, αν σου πω να το κάνεις. και ο Θεός να σε βοηθήσει, αν σε πιάσω να μου λες ψέμματα. Κι αυτό θα σκοτώσει κάποιον. Έτοιμος να ξεγυμνώσεις την ψυχή σου, Ντον? Είσαι στη γραμμή της εκκίνησης?"

Ήθελε να ρωτήσει αν το εννοώ πραγματικά, αλλα φοβόταν πως θα απαντήσω με το όπλο αντί με το στόμα μου. Ήθελε γρήγορα να απλώσει το χέρι του και να κλείσει την ενδοεπικοινωνία, αλλα ήξερε πως θα ακούσει την αντίχηση του πυροβολισμού στο άδειο κτήριο να στριφογυρίζει στο διάδρομο απο κάτω του, σαν μια μπάλα του μπόουλινγκ σε ένα μακρύ διάδρομο που οδηγεί στην κόλαση.

"Εντάξει", είπα. Ξεκούμπωσα τα μανικέτια στο πουκάμισό μου. Έξω, στο γρασίδι, οι μπάτσοι και ο Τομ Ντένβερ και ο κύριος Τζόνσον στέκονταν γύρω-γύρω ανήσυχοι, περιμένοντας την επιστροφή του ταύρου επιβήτορα με το τουίντ.
Διάβασε τα όνειρά μου Σίγκμουντ. Πιτσίλισέ τα με το σπέρμα των συμβόλων σου και κάν'τα να μεγαλώσουν. Δείξε μου πως είμαστε διαφορετικοί, ας πούμε, απο τα λυσσασμένα σκυλιά ή τις γερασμένες τίγρεις τις γεμάτες κακό αίμα. Δείξε μου τον άνθρωπο που κρύβεται ανάμεσα στις ρεύσεις μου.
Είχαν κάθε λόγο να αισθάνονται σίγουροι (αν και δεν έμοιαζαν σίγουροι). Με τη συμβολική έννοια, ο κύριος Γκρέις "Άνοιγε Νέους Δρόμου για το Δυτικό Κόσμο". Ταύρος επιβήτορας με πυξίδα.
Ο Νάτι Μάμπο ανέπνεε ακανόνιστα απο το μικρό κουτί με το πλέγμα πάνω απο το κεφάλι μου. Αναρωτήθηκα αν είχε πιάσει τίποτα καλές, γρήγορες κινήσεις ματιών τελευταία. Αναρωτήθηκα πως θα ήταν οι δικές του όταν θα'ρχόταν, επιτέλους, η νύχτα.

"Εντάξει, Ντον. Ας το βάλουμε μπροστά."


Συνεχίζεται

Απο το βιβλίο "Οργή".
Ένα απο τα βιβλία του Bachman.
1977

3.12.06

Θέατρο


Παίρνοντας αφορμή από το post της τριαντάρας, δεν μπορώ να μην πω ένα δυο λόγια,

Τελείως άσχετα με την παράσταση φυσικά.

Το μεγαλύτερο θέατρο είναι η ζωή, και η καλύτερη παράσταση που θα δούμε ποτέ, πάλι η ίδια η ζωή. Άλλοτε πρωταγωνιστές, άλλοτε κομπάρσοι, άλλοτε υποβολείς…

Και το κοινό που απελπισμένα περιμένουμε και περιμένει να μας χειροκροτήσει, πολύ.

Απλά κάνουμε το λάθος να μην το θυμόμαστε, και τις περισσότερες φορές να μην το ανταποδίδουμε.

Φτιασιδωνόμαστε όπως μόνο εμείς ξέρουμε, μιλάμε όπως θέλουν να ακούν κάποιοι και το μόνο που πετυχαίνουμε είναι να φέρνουμε βόλτες γύρω από τον εαυτό μας, νομίζοντας πως εμείς ανατέλλουμε, και δύουμε κιόλα.

Το καλύτερο κομμάτι έρχεται όταν αναλαμβάνουμε ως θεατές πια, να δούμε την παράσταση κάποιου άλλου, είτε είναι δράμα είτε κωμωδία, και να κρίνουμε την κατάστασή του μεταξύ pop corn και Coca Cola.

Συνήθως σενάριο δεν υπάρχει, μιας και δεν παίζουμε σχεδόν ποτέ μόνοι μας.

Το σενάριο υποθετικά το γράφουμε με άλλους, προσπαθώντας να μην γεμίζουμε τις σελίδες με άσκοπους μονολόγους (καλή ώρα σαν αυτό).

Πολλές φορές όμως κάποιος από το θίασο πιστεύει πως η υποκριτική του υπερβαίνει τα στενά όρια ενός θιάσου, και παίζει σε πολλούς ταυτόχρονα. Κι αυτό ενοχλεί πολλές φορές. Αλλά αν αισθάνεται έτσι, κανείς δεν μπορεί να πει τίποτα..

26.11.06

Χρόνια μου πολλά


Μόλις που προλαβαίνω να γράψω κάτι για τη χθεσινή βραδιά.
Φαγητά.
Ξύδια.
Ναρκωτικά.

Και γω να πετυχαίνω τον εαυτό μου σε μια φάση να τραγουδάω ακαπέλα μπροστα σε 8 άτομα:

"Όταν περάσεις τα μαύρα λιθάρια,
ώ πελεκάνε των ουρανών!
Σε περιμένω στης γης τα ριζώματα,
με το Χρυσόμαλλο Δέρας στο χέρι.

Θ' απλώσω στο κρεβάτι σου τα μυστικά μου,
τα λιονταράκια της Αραβίας,
τις κόμπρες της Βομβάης,
και τις νυχτερίδες των Πυραμίδων.

Εγώ σου μιλώ,
εγώ σε καλώ,
εγώ σου μιλώ,
η νυχτερινή ροή του Γαλαξία.

Θα σ'αγαπήσω πάραφορα
όπως βυθίζεται το μαχαίρι στη σάρκα,
όπως χορταίνει το νερό η λαφίνα.
Θα σ'αγαπήσω παράφορα,
για να μ'αγαπάς ουρλιάζοντας
για να μ'αγαπάς απαρηγόρητα."


Χρόνια μου πολλά ρε....

22.11.06

Ψοφόμετρο


18.11.06

Tales from Γαλιά

(Πάνω δεξιά, η γιαγιά μου διαλέγει the high way για τα χωράφια...)

Γαλιά 17/11/2006
Ώρα: 21:00

Το σπίτι.
Κάθομαι στη βεράντα του σπιτιού. Μη φανταστείτε τις κλασσικές βεράντες που βλέπουν στη θάλασσα ή τους αγρούς ή δεν ξέρω και γω που. Η δική μου βεράντα βλέπει στο δρόμο. Δεν έχει ούτε πολυθρόνες να ξεκουράζονται οι επισκέπτες, ούτε τραπέζι για να ακουμπάει το γλυκό του κουταλιού και οι πορτοκαλάδες. Το μόνο που έχει είναι ένα λάστιχο, 2-3 τσουβάλια με ελειές που έχει μαζέψει η γιαγιά μου απο τα χωράφια, και μια σκάλα. Α, και εμένα έχει, που κάθομαι στο πεζούλι, με ένα τσιγάρο στο χέρι, έναν ελληνικό καφέ ακουμπισμένο κάπου εκεί, και ένα ένα μαρκαδόρο με τον οποίο γράφω σε ένα μπλοκ ζωγραφικής.
Αρχίζω και blog-όνω σιγά-σιγά (blog+σκαλώνω)... Εκεί που έβλεπα το blog μόνο σαν ένα μέρος που ανεβάζει κάποιος κειμενάκια, τώρα ψάχνω ευκαιρία να ζω εμπειρίες και να τις στολίζω κιόλας. Αυτό συμπέρανα τουλάχιστον, απο το Νοητικό Ναρκοπέδιο και μετά...
Το σπίτι βρίσκεται στην αρχή του χωριού σχεδόν. Έχει μια ευρύχωρη αυλή, κάμποσα δωμάτια, τον ξυλόφουρνο στην μικρή αυλή, το κοτέτσι (που είναι δίπλα στηη μικρή αυλή) και το "σώχωρο" (τι? πως?) a.k.a. μποστάνι, ένα μικρό χωράφι δηλαδή, στα όρια του σπιτιού.
(όση ώρα γράφω, μέσα έχουν ανάψει το τζάκι και ετοιμάζονται για τα υπόλοιπα)
Το ατού του σπιτιού δε, είναι η ταράτσα του, η οποία (θεωρητικά) συνορεύει με το σπίτι του αδερφού του παππού μου και με άλλα 2 σπίτια (πρακτικά). Έχει άφθονο χώρο εκεί πάνω και τα καλοκαίρια ή όποτε δε βρέχει, ανεβαίνω εκεί και πίνω τον καφέ μου.
Α, απο κάτω μου είναι το υποτιθέμενο υπόγειο. Εκεί μέσα υπάρχει το βαρέλι με το κρασί απο την εποχή του παππού μου (πριν γεννηθώ εγώ ή ο πατέρας μου δηλαδή), ο αργαλειός της γιαγιάς μου που δε χρησιμοποιεί πια γιατι έχει τα αρθροιτικά της, και το πατητήρι, που πετούσαμε τα σταφύλια και χωνόμασταν όλα τα ξαδέρφια μαζί ξυπόλητα, για να βγάλουμε το μούστο...

Η γιαγιά μου.
Η γιαγιά μου ονομάζεται Ευαγγελία Τσαγκαράκη. Γεννήθηκε το 1929 (έτσι της είπαν, μιας και δεν υπήρχαν πιστοποιητικά και μαλακίες στην περιοχή εκείνη την εποχή) και είναι χήρα ιερέος. (Κάποθ εδώ σημειώνω τη φράση "παπά παιδί, διαόλου εγγόνι" και την βάζω δίπλα στο "παπά εγγόνι, διαόλου παιδί" :P)
Αυτός ο άνθρωπος είναι απο τους πιο απίστευτους χαρακτήρες που έχω γνωρίσει ποτέ στη ζωή μου, και που θα γνωρίσω στο μέλλον.
Κατ'αρχάς οι συνήθειές της. Της αρέσει να μαζεύει σακούλες κάθε είδους, για μελλοντική αποθήκευση χορταρικών, σπόρων, κάστανων, ελιών κ.ο.κ. όπως επίσης τηα αρέσει να μαζεύει σπάγγους-κορδόνια-λαστιχάκια, (επίσης κάθε είδους, σχεδόν σα ρακοσυλλέκτης) με τα οποία δένει τις σακούλες που έχει ήδη γεμίσει με τα προαναφερθέντα.
Φοράει μονίμως μια ποδιά πάνω απο τη φούστα της, στης οποίας τις τσέπες υπάρχουν πάντα ένα μαχαίρι χωρίς λαβή, σπάγγοι και καραμέλες. Η χρήσιμότητα των 2 πρώτων είναι περιττό να σχολιαστεί, αν έχετε διαβάσει τα παραπάνω. Οι καραμέλες είναι είτε για να τις δίνει σε παιδιά του χωριού, είτε στα εγγόνια της (ναι, της ζητάω ακόμη). Ειδικά εκείνες με γεύση κανέλλα..
Δεν έχω γνωρίσει άνθρωπο 77 χρονών που να ξυπνάει αξημέρωτα (ή μερικές φορές να μην κοιμάται) και να γυρνάει απο τα χωράφια γύρω στα μεσάνυχτα, πριν ή μετά κάποιες φορές.
Δεν έχω γνωρίσει επίσης παπαδιά που όταν νευριάζει, βρίζει με τις φράσεις "Γαμώ το Δία σου μέσα", "Γαμώ τον Αντίχριστό σου (πάλι μέσα)", που όταν έχουμε πειράξει ή κάνει κάτι στο σπίτι χωρίς εκείνη να το ξέρει ή να το έχει εγκρίνει, να κάνει τη θεϊκή ερώτηση "Σε διέταξα?"
Δείγμα αυταρχισμού και τσαμπουκά μιας γυναίκας που γέννησε και μεγάλωσε 5 παιδιά στην Κατοχή.
Και ξέρει και Λατινικά
"Regina rosas amat..."

Ώρα: 23:00
Ευτυχώς το πακέτο με τα τσιγάρα τελείωσε. Για το επόμενο 24ωρο μόνο οξυγόνο. Όταν ήρθα εδώ περίμενα οτι θα πιάσω το μαρκαδόρο και θα αρχίσω να γράφω γκρι αυτοκαταστροφικές φράσεις. Αλλα δεν μπορώ-δεν γίνεται-δε θέλω. Δεν προβλέπεται απο το όλο σκηνικό. Εδώ:
Δεν υπάρχουν αυτοκίνητα.
Ούτε το *&^%κεμπάπ
Ούτε το Ι.Ε.Κ.
Ούτε το Internet.
Ούτε πρώην.
Ούτε νυν.
Ούτε "φίλοι"
Ούτε "εχθροί".
Υπάρχω εγώ, ο αέρας, ο ουρανός, και κάτι ψιλά απο ομιλίες, σκέψεις, και μπλα μπλα μπλα...

Δυστυχώς όμως εδώ:
Δεν υπάρχεις εσύ. Για μια ακόμη φορά λοιπόν, οι λέξεις αποδεικνύονται λίγες και η φαντασία σου ακόμη λιγότερη, μιας και τα δεδομένα είναι ήδη το λιγότερο φτωχά μπροστά στην πραγματικότητα.
Κάπου εδώ θα μπούν και οι εικόνες.
Κάποια στιγμή...

Σάββατο 18/11/2006
Ώρα: 7:00 (ίσως και μισή ώρα μετά)
Το μάτι είναι ακόμη πρησμένο απο τον ύπνο. Χαίρομαι όσο λίγες φορές, κάθε φορά που βρίσκομαι εδώ δηλαδή. Έχω κάτσει σε ένα μικρό "μπαλκονάκι" το οποίο βλέπει την Ανατολή. Πίνω ένα ελληνικό καφεδάκι και βλέπω τον ήλιο να ξυπνάει, και ξυπνάω και γω μαζί του.
Οι υπόλοιποι είναι ήδη μέσα και κάνουν τις προετοιμασίες για το ψωμί. Ως άντρας, δε θα χρειαστώ παρά μόνο στο χειρωνακτικό κομμάτι της υπόθεσης. Τα υπόλοιπα είναι γυναικείες δουλειές.
Για μέσα Νοέμβρη κάνει καλό καιρό πάντως...
Η γιαγιά με βλέπει που απο εχθές τραβάω φωτογραφίες σαν τον τουρίστα, και δεν καταλαβαίνει το γιατί. Που να της εξηγώ... Δεν θα καταλάβει και καλά θα κάνει :P
Οι πορτοκαλιές θέλουν μάζεμα, παρεμπιπτόντως...
Κάποια στιγμή πριν το μεσημέρι, πρέπει να πάω στο νεκροταφείο να πω ένα γειά στον παππού μου. Η γιαγιά απο μικρά μας είχε μάθει οτι τις ημέρες που κάνει ζέστη, πρέπει να πηγαίνουμε που και φορά να βρέχουμε τον τάφο του, για να δροσίζεται και εκείνος.
Και σήμερα θα έχει ζέστη σίγουρα.
Ευτυχώς που δεν έφερα το γάτο. Σίγουρα θα τρελλαινόταν εδώ και θα τον έχανα.
Παρέα απο εχθές μου κάνουν όσοι φίλοι/ες θα ήθελαν να είναι εδώ αλλά δενν τα κατάφεραν. No harm done :)

Ώρα: 10:30
Το ζύμωμα τελείωσε. Πρέπει τώρα να πλάσουμε τα ψωμιά. Η μάσα πλησιάζει...

17.11.06

Τόσα χρόνια φούρναρης...


Την κάνω για το χωριό.
Πάω να ζυμώσω ψωμί.
60 κιλά.
Τα λέμε...

Υ.Γ.: Αναμείνατε για φωτογραφίες... :)

15.11.06

Αθέατος Κόσμος (γάμησέ τα....)


Και κει που χαιρόμουν τα κομμάτια μου λόγω δηλητηρίασης, βάζω Alter και βλέπω το Χαρδα-βδέλλα να κάνει τρελλό σόου για τα video games, για την παιδική βία, για τις απεγνωσμένες μανάδες που δεν μπορούν να μαζέψουν τα παιδιά τους απο τα ιντερνετ καφενεία, για πατεράδες που τραβιούνται με τις πυτζάμες να μαζέψουν τα καμμένα τους.

ΕΛΕΟΣ ΕΛΕΟΣ ΕΛΕΟΣ.

ΑΝ δεν ήμουν άρρωστος θα ήμουν νεκρός απο τις αηδίες του βδέλλα. Ευτυχώς ο Θεός με λυπήθηκε και μου έδωσε την ευκαιρία να ακούσω τις μαλακίες του.

Δεν έχω ακόμη το σωματικό σθένος να γράψω όλα αυτά που θέλω, αλλα θα το κάνω. Μόλις μου το επιτρέψει ο πυρετός και ο πόνος σε όλα μου τα κόκκαλα.

Εκεί να δεις γέλια...

10.11.06

Νοητικό Ναρκοπέδιο


Οκ όλα είναι προσωρινά, αυτό το έχουμε καταλάβει.
Αυτό το οποίο δεν θέλουμε να καταλάβουμε είναι ότι αυτά τα προσωρινά πράγματα τείνουν να θεωρηθούν κεκτημένα και δεδομένα.
Τι εννοώ?
Δεν έχετε παρά να βγείτε μια βόλτα στους δρόμους της πόλης σας.
Ρίχτε μερικές προσεκτικές ματιές γύρω σας και θα καταλάβετε πως οι περισσότεροι από εμάς έχουν χτίσει ένα οικοδόμημα γύρω από τον εαυτό τους, τόσο εγωιστικό που νομίζουν πως τίποτα δεν μπορεί και δεν θα το καταρρίψει.
Άντρες και γυναίκες ζορίζουν τους εαυτούς τους και τα άλλα τους μισά, φτάνοντας στα όρια, και με την ψευδαίσθηση μάλιστα, ότι τίποτα δεν πρόκειται να τους συμβεί, πως ακόμη και μετά από όλο αυτό το αγχωτικό κρυφτό κανείς δεν θα βγει χαμένος.
Λάθος...
Μικροί και μεγάλοι περπατούν στο δρόμο με την αυτοπεποίθηση ενός τρανσέξουαλ υπέρβαρου του οποίου οι γόβες έχουν για τακούνια ξυλάκια από παγωτό του κατοστάρικου... Δεν παύουν όμως να είναι γόβες και πανάκριβες μάλιστα!
Πανάκριβα φιλόξενα πορτοφόλια που θα γεμίσουν και θα αδειάσουν πολλές φορές, μοναξιά ακόμη και εκεί...
Κοιτάζεσαι στον καθρέφτη και το μόνο που σου περνάει από το μυαλό είναι να πάρεις μια βαριά ανάσα και να τον φτύσεις. Γιατί το θάρρος να του μιλήσεις το έχεις χάσει εδώ και καιρό. Από τότε που ούτε μουστάκια, ούτε έννοιες, ούτε ωριμότητα είχες. Μόνο ειλικρίνεια και φίλους.
Νοιώθω ότι είσαι ο καλύτερός μου φίλος, κι ας δε σε ξέρω. Μπορεί να είσαι ο οποιοσδήποτε, και γω ο άγνωστος μέσα από την οθόνη του υπολογιστή σου, σου μιλάω χωρίς να περιμένω καμία ανταπόκριση.
Κάθε οθόνη και ένας καθρέφτης. Κάθε γραμμή και ένα άνοιγμα των χειλιών σου. Ή των δικών μου. Κάθε τελεία και μια αναγκαία ανάσα.
Δεν ξέρω αν φοβάσαι, εγώ πάντως φοβάμαι. Όχι τις ακλόνητες αλήθειες που ήδη γνωρίζω, αλλά τα ψέματα που περιμένω να μου ειπωθούν. Φοβάμαι ότι είμαι το νήμα που πέφτει στον αγώνα δρόμου κάποιου αγνώστου που σκοπό έχει να με κοροϊδέψει, να με κάνει να μη δω κι άλλες αλήθειες, που τόσο με πονάνε και τόσο χρειάζομαι.
Έχω ξαναπεί, το παρόν δεν υπάρχει. Ο χρόνος είναι ο κυρίαρχος του παιγνιδιού. Κλέφτης και διακριτικός μαζί, παραμένει αόρατος.
Κάθε λέξη που διαβάζεις, κάθε στιγμή που τα μάτια σου κινούνται από το ένα σημείο στο άλλο, να σκέφτεσαι ότι αυτό που βλέπεις να εκτυλίσσεται μπροστά σου είναι μια μικρή προσπάθεια ενός ανθρώπου να εγκλωβίσει και να οπτικοποιήσει το χρόνο.
Το κοίταγμα στον καθρέφτη συνεχίζεται, ακολουθείς?
Ένα κείμενο έχει αποτύχει σαν κείμενο όταν ο χρόνος που ξοδεύεις για να σκεφτείς τι διάβασες, είναι περισσότερος από το χρόνο που ξόδεψες για να το διαβάσεις.

«Κλείσε τα μάτια σου και τίποτα μη σε νοιάζει.
Κλείσε τα μάτια σου, και μη μιλάς.
Κλείσε τα μάτια σου, ο κόσμος για σένα αλλάζει.
Κοιμήσου ήσυχος, αφού έχεις εμάς.»

Ένα συγκρότημα τραγουδάει
Ένας άνθρωπος γράφει τα λόγια ενός συγκροτήματος
Ένας άλλος διαβάζει τα λόγια ενός ανθρώπου.
Εσύ?

Η νύχτα τώρα ξεκινάει και για πολλούς ο χρόνος μοιάζει να σταματάει.
Μιλάω σε ανθρώπους που δεν ξέρω, όμως θα ήθελα να γνωρίζω.
Σκέφτομαι για ανθρώπους που δεν με γνωρίζουν, και δεν ξέρω αν θα το ήθελαν κιόλας.
Ανοίγω τρύπες στο κεφάλι και τα ακροδάχτυλά μου. Από το κεφάλι μπαίνουν το σκοτάδι, ο φόβος και οι άλλοι. Ό,τι δεν δεν μένει μέσα μου, ό,τι δεν με κάνει πιο περίεργο, πιο εγωιστή, και πιο θυμωμένο, καταλήγει στα ακροδάχτυλα και λερώνει κάποιο πληκτρολόγιο...

6.11.06

Αυτή κι αν είναι ιστορία...

Του άρεσε να κολυμπάει στο κενό. Όπως ο Πήτερ Παν.
Κάθε φορά που βράδιαζε, πετούσε τα σκεπάσματά του πέρα και πήγαινε μια βόλτα μέχρι το νεκροταφείο του χωριού του.
Ήταν σε ένα λόφο στην πέρα μεριά του χωριού του χωριού, με μερικά κυπαρίσσια και πεύκα να το κρύβουν διακριτικά.
Δεν έδινες υπερβολική σημασία όταν κοιτούσες κατά κει, ίσια-ίσα που σου περνούσε από το μυαλό ότι μπορεί και να ήταν ένα δεύτερο χωριό, από πλούσιους ανθρώπους, με οικονομική δυνατότητα τέτοια, ώστε να χτίσουν τα σπίτια τους πιο ψηλά, ώστε να έχουν καλύτερη θέα στο πέλαγος.
Τα καλύτερα βράδια του ήταν εκείνα του καλοκαιριού, κατά τον Αύγουστο. Η Πανσέληνος ήταν το ίδιο δίκαιη με τον Ήλιο που εκείνες τις μέρες με το καυτό του μαστίγιο πρόσταζε τους άντρες να μαζεύουν τα σταφύλια από αμπέλια.
Ανέβαινε σιγά σιγά την ανηφόρα, με τη σκιά του να τον συνοδεύει συνεχώς. Που και που της έριχνε καμιά ματιά για να θυμάται ότι δεν είναι μόνος.
Σαν έφτανε, πρώτα άναβε ένα κερί στον τάφο των παππούδων του, και μετά σκαρφάλωνε στον ψηλότερο τοίχο του νεκροταφείου, και έκανε ένα μακροβούτι προς τη θάλασσα.
Τα ρούχα του ίσα που ακουμπούσαν τα απότομα βράχια έτσι όπως γλιστρούσε πάνω τους, και λίγο πριν φτάσει στο νερό, με μια απότομη στροφή, εκτινασσόταν στον ουρανό μέχρι εκεί που φοβόταν ή φανταζόταν.
Όταν κάποια στιγμή κοντά στο πρωινό, χορτασμένος από βουτιές και από κουβέντες με τα ψάρια, γυρνούσε στο σπίτι του αποκαμωμένο, για να τον βρει εκεί, κάθε φορά που η μητέρα του σηκωνόταν το πρωί να δει αν τα 5 παιδιά της είναι καλά…
Φίλους σωστούς δεν είχε. Ο μόνος φίλος ήταν ένας καθρέφτης, που ήξερε πάντα πώς να τον κάνει να κοιτάει τους ανθρώπους στα μάτια. Το συνήθιζε αυτό. Το πρώτο που πρόσεχε. Και ότανμισούσε και όταν αγαπούσε.

(Αλλού είναι το πρόβλημα. Μπορώ να μετρήσω τους πόρους του δέρματός μου έναν-έναν. Τόσο πολύ κρυώνω. Τα δάχτυλά μου δεν έχουν καμία απολύτως χρηστική ικανότητα, πέρα από την μισοτελειωμένη προσπάθεια να χτυπήσουν τα πλήκτρα. Μη μου λες λοιπόν ότι το πρόβλημα είναι πως δεν σε προσέχω. Πάντα σε πρόσεχα. Αλλά εσύ το μόνο που ήξερες να κάνεις είναι να υπολογίζεις πόσο εμβαδόν θα αφιερώσεις στα αρχίδια σου για μένα σήμερα. Και να πω ότι έχεις… Αν ήσουν άντρας σίγουρα θα ήμουν ομοφυλόφιλος. Αλλά δεν έχεις. Και σίγουρα δεν είμαι.)

Η σχολική χρονιά πέρασε. Χειρότερη από όλες μέχρι τώρα. Μέχρι και μια πολύ καλοζωγραφισμένη σβάστικα του κόλλησαν στην πλάτη της καρέκλας του. Πρώτη Γυμνασίου. «Μα πόσο ρατσιστές να είναι αυτοί οι Έλληνες. Και εγώ Έλληνας ΝΟΙΩΘΩ.
Καλά κάνω και δεν τους κάνω παρέα. Τα παιδιά από το Γερμανικό Σχολείο μου φέρονται άψογα. Μάλλον το χρωστάω στη μαμά. Είναι Γερμανίδα όπως και όλες οι δασκάλες, δεν είναι Ελληνίδα. Αν ήταν, θα υπήρχε σίγουρα πρόβλημα.
Δεν θα του κάνω τίποτα. Δεν θέλω το κακό του. Να μην με ενοχλούν, αυτό θέλω. Κι ας με λένε φαντασιόπληκτο, ξέρω ότι οι ιδέες μου είναι σωστές. Θα προοδεύσω και θα τους κλείσω το στόμα. Και ακόμη καλύτερα, θα τους δέσω τα χέρια. Ειδικά αυτού του Στέλιου, που μου κόλλησε τη σβάστικα στην καρέκλα. Δεν μπορώ να καταλάβω….»
Καλλιτεχνικά το μάθημα. Ώρα: Τρίτη. «Σε ομάδες των 2 παρακαλώ» είπε η καθηγήτρια. «Μπορείτε να διαλέξετε ένα από τα παρακάτω θέματα και να ζωγραφίσετε ό,τι θέλετε. Πόλεμος, Ειρήνη, Το Δάσος, Η Θάλασσα, 28η Οκτωβρίου μπλα μπλα μπλα...»
«Στέλιο θέλεις να είμαστε ομάδα στα καλλιτεχνικά?»
«…»
«Δεν τρέχει τίποτα με αυτό που έκανες. Όλα καλά»
«Θέλεις να καθόμαστε στο ίδιο θρανίο?»
«Φυσικά, γιατί όχι!»
«Συγγνώμη για το….»
«Είπαμε, δεν τρέχει τίποτα. Θα τα βρούμε»
«Τι θέλεις να ζωγραφίζουμε»
«Ειρήνη προτείνω…»

(Ακόμη είναι ο καλύτερός μου φίλος…)

29.10.06

Συνειρμός



Ένα δέντρο στις ρίζες του οποίου κάθομαι.

Κοιτάω πάνω και βλέπω τα κλαδιά σχεδόν γυμνά, χωρίς πολλή παρέα από φύλλα.

Τα φύλλα έκαναν κατάδυση στου ουρανού τη θάλλασα με στόχο τον βυθό της επιφάνειας.

Πιο πάνω και από αυτά τα κλαδιά, ο ουρανός, γη γεμάτη πρόβατα μικρά και μεγάλα, που όσο πασχίζουν να βοσκίσουν, ο βοσκός άνεμος τα κάνει και αλλάζουν σχήμα, και δεν μπορώ να καταλάβω αν τελικά πρόλαβαν να χορτάσουν και μεγάλωσαν, η τα έσφαξε και εξαφανίστηκαν.

Θα ήθελα να αρχίσουν τα πρόβατα να κλαίνε, μπας και τα φύλλα στο χώμα νοιώσουν έστω και λίγο τι πάει να πει θάλλασα, αλλά μάταια! Ο κακός ο ήλιος, σα λύκος έφεξε και τα έδιωξε μακριά.

Το βλέμμα μου συνεχίζει να ψάχνει για κάτι άλλο, πιο πέρα κι από τον ουρανό. Το μόνο που συναντάει μετά από αυτόν, είναι το ξύλο της κορνίζας.

Συνέρχομαι και ξανακοιτάω.

Δεν μου αρέσουν οι πίνακες. Ειδικά αυτός στο σαλόνι του σπιτιού μου. Ποτέ δεν μου άρεσαν, γι’αυτό και σταμάτησα να ζωγραφίζω. Ό,τι μπορείς να χωρέσεις σε ένα κομμάτι χαρτί ή καμβά ή έναν τοίχο. Μέχρι εκεί που η κορνίζα θα τα σταματήσει όλα απότομα, όσο απότομα κόβει ένα μαχαίρι το οτιδήποτε.

Ποτέ δεν θα μπορέσω να δώ την άλλη μεριά του δέντρου, μπας και υπάρχει κάτι άλλο. Ποτέ δεν θα μπορέσω να δώ τι υπήρχε πίσω από την πλάτη αυτού που ζωγράφισε τον πίνακα, μπας και το τοπίο ολοκληρωθεί.

Προτιμώ πλέον να γράφω αυτά που βλέπω, η ακόμη καλύτερα αυτά που ΔΕΝ βλέπω.

Τότε ίσως και να αποκτήσει νόημα ο συνειρμός…

18.10.06

Λύδια


Την βρήκα στο δρόμο πριν απο 2 εβδομάδες. Η φωτογραφία είναι απο εκείνη τη μέρα.
Ακόμη φοβισμένη και πεινασμένη (τότε).
Εδώ και 2 εβδομάδες περνάω μερικές απο τις πιο ξέγνοιαστες στιγμές της ζωής μου!

26.9.06

Ερώτηση


Διάβασε την παρακάτω φράση.
Απομνημόνευσέ την.
Στάσου μπροστά σε έναν καθρέφτη.
Επανάλαβέ την.

"Αν όχι εγώ, ποιός?
Αν όχι τώρα, πότε?"

Καληνύχτα....

16.9.06

Δικό σου.

Συνάντησα μια γριούλα σήμερα, τσιγγάνα που μου ζήτησε να μου πεί τη μοίρα μου.
Τρία παιδιά θα κάνω και θα παντρευτώ μια γυναίκα, Νικολέττα θα τη λένε.
Που να ήξερε η κακομοίρα η γριούλα οτι οι γαμημένες οι γραμμές στα χέρια μου δεν είναι παρα μαχαιριές του χρόνου και του εαυτού μου.
Ποιό μέλλον και ποιές μαλακίες....
Είσαι εδώ.
Κοιτάς τα χέρια σου.
Και το μόνο που κάνεις είναι να σκέφτεσαι πώς να δέσεις τις πληγές στα χέρια σου.
Αντί να τις ανοίξεις διάπλατα, να κοιτάξεις μέσα και έπειτα να ρίξεις αλάτι.
Εσύ στέκεσαι και κοιτάς τα χέρια σου.
Ντρέπεσαι να σταθείς στον καθρέφτη και να κάνεις στον εαυτό σου
μια "ένεση πραγματικότητας" κοιτώντας τον.
Κινείσαι αδιάφορος στο πλήθος, μόνος.
Και μια συζήτηση φαντάζει αρχαιολογική ανακαλυψη.
Μια μέρα προτού πέσεις για ύπνο, άρχισε να σκέφτεσαι γιατί δε σε παίρνει ο ύπνος,
και πόσες φορές απο αυτές που κοιμάσαι, καταλαβαίνεις πότε σε επισκέπτεται ο Μορφέας.
Τότε θα καταλάβεις οτι οι στιγμές που το αντιλαμβάνεσαι πραγματικά, είναι όσες οι στιγμές που τολμάς να είσαι ο εαυτός σου.
Δειλούς και κοιμισμένους, με χέρια γεμάτα επιδέσμους, γέμισε ο τόπος.
Ανθρώπους ξύπνιους, με τα χέρια να στάζουν αίμα, και παρόλαυτά να συνεχίζουν να ρίχνουν αλάτι, τέτοιους ψάχνω.
Σαν μια φίλη μου κοντινή, που της οποίας η ζωή μοιάζει με τις αλυκές που το παράγουν.
Σε σένα είναι αφιερωμένο το κειμενάκι αγαπητή Μ.
Που νοιώθεις σα να μη ζεις, αλλα είσαι πιο ζωντανή απο όλους μας μαζί.
Γιατι ο πόνος σου χτυπάει την πόρτα κάθε μέρα, (στις 4-8 αν δεν κάνω λάθος).
Κουράγιο και να ξέρεις πως είμαι παρών.

Διαιρέτης-SpLiT-Στέλιος

15.9.06

Ζήτω η ρακή


Και η φιέστα συνεχίζεται.

Πήρα ένα μπλοκ ζωγραφικής απο το Πλαίσιο.
Πήρα και μαρκαδόρους που έχουν άκρη πινέλου.
Καιρός να ζωγραφίσω τα κομμάτια μου.
Ώρα για το μελάνι να βολτάρει στο χαρτί.
Μπαρότσαρκα σε δρόμους καθαρούς, έτοιμους να λερωθούν με λύπες, χαρές, και πρόσωπα
γνωστά, άγνωστα και τρομερά.
Τα καπάκια ανοιγοκλείνουν και οι αποχρώσεις αλλάζουν με ρυθμό ασταθή, τόσο ασταθή όσο και η ζωές σας.

Μπράβο στη ρακή και στις παρενέργειές της.
Μπράβο σε αυτούς που μπορούν και απο ρακή βγάζουν μελάνι.
Μπράβο μου και καλά.

5.9.06

Και... ΜΠΑΠ !

Μου μάθανε και οι Ηρακλειώτες το κεμπαπ...
Έ ρε πούστη μου γλέντια που έχουν γίνει! Και να φανταστείς οτι σήμερα έκλεισε ένα μήνα λειτουργίας το μαγαζί.
Νοιώθω απίστευτα μαλάκας που διαθέτω ποσότητα φιλοτίμου δυσανάλοη με αυτήν των εργοδοτών μου, και συνολικά περισσότερη απο όλο το προσωπικό του μαγαζιού.
Δυστυχώς ή ευτυχώς θα συνεχίσω να εργάζομαι εκεί μέχρι να με διώξουν (αν το κάνουν, που δεν τους πάιρνει στην παρούσα φάση), γιατι τα χρήματα είναι πολύ καλά, και το καλύτερο: δεν προλαβαίνω να τα ξοδέψω....
Κάπου εδώ μπαίνει στην ιστορία ο Τάσος. Φίλος απο τα παλιά, είναι στη συντακτική ομάδα της εφημερίδας του ΤΕΙ Ηρακλείου, οπου έστελνα κανένα κειμενάκι που και που για δημοσίευση. Έψαχνε για δουλειά το παληκάρι, έκανα εγώ τα απαραίτητα κονέ (ένεκα φιλοτίμου) και ήρθε να εργαστεί. Μια εβδομάδα μετά (χθες) του τη βάρεσε μια ώρα πριν σχολάσει, και δυο ώρες πριν κλείσει οτ μαγαζί, να πει στον αγαπητό εργοδότη, οτι την εβδομάδα που έρωεται, έχει εξεταστική και δεν μπορεί να εργαστεί για κανένα λόγο, όχι πριν το Σάββατο. Το μαθαίνω εγώ πάνω στο κλείσιμο και μου κόβονται τα γόνατα.
ΡΕ ΖΩΟ ΤΗΣ ΣΤΕΠΑΣ δεν μπορείς να το πεις 2 μέρες νωρίτερα να ψαχτούμε λιγάκι μην φάει πάλι το καβλί ο Στελάκης μόνος του? ΜΠΑΑΑΑΑΑΑΑΑ....
Για να μην πολυλογώ, μόνιμο ρεπό ο Τάσος. Τα λέγαμε.
Πάω στις 8 το βράδυ απο το μαγαζί, να πιάσω δουλειά. Μέχρι τις 9 νέκρα και τα σχετικά, ουτε κατσαρίδα ζωγραφιστή στους υπόνομους. Και κατα τις 9 και τέταρτο. γεμίζει το μαγαζί μέσα σε 5 λεπτά. Συννενοημένοι ήταν ρε γαμώτο? Δηλαδή το Στελάκη κανείς δεν τον λυπάται?
Σε εκείνο το σημείο μπήκα σε "Βέγγος mode", τρέξιμο και τίποτε άλλο. 5 κεμπάπ ο ένας, 10 ο άλλος, 1 χωρίς κρεμμύδι, 2 συν γιαούρτι, ένα με πατάτες (γαμώ το σπίτι σου), 2 μερίδες πατάτες (γαμώ και τη μάνα σου), 1 χωρίς ντομάτα με έξτρα πιπέρι και πιπεριά ψιλοκομμένη μέσα (γαμώ και τον πατέρα σου τον παραπληγικό πουτάνας γιε ξεπλένη) και δε συμμαζεύεται.
Το μαγαζί έχει κανονικά 12 τραπέζια έξω και άλλα 5 μέσα. Οπότε, κατα τις 10, έπειτα απο μια ώρα και σαρανταπέντε λεπτά αδιάκοπης κίνησης, αδειάζει ένα τραπέζι. Κάθονται 2 κύριοι ετών 50+ (υπέθεσα) και εκείνη ακριβώς τη στιγμή, ένας κοστουμαρισμένος κύριος με τη μουνάρα γκομενίτσα και τον κλασσικό φανοστάτη κολλητό του, μου ξεκινάει έναν απίστευτο καυγά του στυλ "ήρθα πρώτος ρε φιλαράκι, και γιατί έβαλες τους άλλους να καθήσω, δε με βλέπεις που περιμένω μισή ώρα (a.k.a. 3 λεπτά)?"
"Συγγνώμη κύριε αλλα οι κύριοι απο εδώ μου ζήτησαν να τους εξυπηρετήσω, σε αντίθεση με εσάς που απλά στεκόσασταν στο πλάι του δρόμου" απάντησα αυτολεξεί.
Πετάγεται και ο 24χρονος loverboy που είχε ακούσει οτι το Izmir kebap είναι ό,τι πιο hot στο Ηράκλειο τον τελευταίο μήνα, και ψήθηκε να βγάλει το επιοικώς κομπλεξικό και ψιλοκακοβαμμένο μυξοπαρθενοπουτανάκι του για 2 μισές μερίδες και 2 Coca light, και μου ανοίγει έναν δεύτερο καυγά για το τραπέζι που υποτίθεται οτι έπρεπε να υπάρχει καθαρισμένο και έτοιμο να τους υποδεχτεί. Ε πως θα επιπλεύσεις τεράστιε μαλάκα τύπε, μπροστά στο γκομενάκι? Θα χωθείς στο σερβιτόρο, τον τελευταίο τροχό της αμάξης. Τέσπα...
Παίρνει πρέφα το σκηνικό ο αγαπητός εργοδότης, και βγαίνει στην αυλή για να διευθετήσει τα πράγματα. "Κύριοι δεν υπάρχει κανένα απολύτως πρόβλημα, θα φέρουμε τα τραπέζια απο μέσα και θα τα στήσουμε έτσι ωστε να εξυπηρατηθείτε όλοι."
Μπράβο μαλάκα Einstein, το βρήκες!

Απο 12 τα τραπέζια αυτομάτως γίνονται 16. Με το που βγάζω τα τραπέζια (αξίζει να σημειωθεί οτι το σώμα μου μόνο με του Βιν Ντίζελ συγκρίνεται αυτή τη στιγμή, μιας και το κάθε τραπέζι ζυγίζει 15+ κιλά, αφού είναι απο μάρμαρο Διονύσου κτλ κτλ...) κάθονται οι 4 παρέες που περίμεναν, και εν τω μεταξύ είχαν αδειάσει 3 τραπέζια τα οποία πληρώθηκαν απο 2 παρέες των 6 ατόμων αντιστοίχως.
Κάπου εκεί παράτησα το "Βέγγος mode" και μπήκα σε "Panic mode".
"ΔΕΝ ΦΟΒΑΜΑΙ ΤΙΠΟΤΑ, ΔΕΝ ΕΛΠΙΖΩ ΤΙΠΟΤΑ, ΕΙΜΑΙ ΛΕΥΤΕΡΟΣ" σκεφτόμουν, και έτρεχα χωρίς καν να θυμάμαι τι έχω πάρει παραγγελία, με τον ψήστη να με βρίζει επειδή του άφηνα τα χαρτάκια των παραγγελιών 4-4, και με τα αρχίδια μου να έχουν γίνει 50 κιλά το καθένα επειδή η λατζέρισσα ήθελε να της στέλνω καπάκι κάτω τα άπλυτα, επειδή ο αγαπητός εργοδότης μου υπενθύμιζε οτι πρέπει να παίρνω τις αποδείξεις αμέσως μην τυχόν κάνει ντου το ΥΠΕΔΑ (κάτι μαλάκες της εφορίας νομίζω), επειδή ο πελάτης είχε πει χωρίς κρεμύδι και βρήκε μια ινα κρεμυδιού μέσα στο κεμπαπ του, επειδή επειδή επειδή επειδή...
Αυτό που εύχομαι στον εαυτό μου είναι να μην μπω σε "Berzerk mode" καμμια μέρα και αρχίζω να γιαουρτώνω πελάτες.
Δεν είμαι φυγόπονος, και πιστεύω οτι η εργασία γενικότερα είναι υγεία, αλλα όχι και έτσι ρε πούστη μου!
Και θα τελειώσει η εξεταστική των φοιτητών, και θα τους μυρίσει χρήμα, και θα ΄στήσουν ουρές στο μαγαζί για να ζητήσουν δουλειά, και ο κάθε τυχαίος βόρειος που θα προσληφθεί θα μου κάνει τα παπάρια ομελέτα με τις δήθεν γνώσεις του, σαν το μαλάκα το Σέρβο που τον πήραν για επαγγελματία και την έκανε τη δεύτερη μέρα. Και τον ξαναπήραν. Δεν πα να 'ναι ο καλύτερος σερβιτόρος στο ηλιακό σύστημα, αν δεν έχει τσίπα πάνω του ο καριόλης τι να τον κάνω....
Κούρασα με το μέγεθος και με τις μαλακίες που με σκοτίζουν, αλλα έπρεπε να τα γράψω, μιας και έχω βαρεθεί να τα λέω.
Αύριο δουλεύω, πάλι μόνος μου, πάλι βράδυ, ξέρωντας απο τώρα οτι θα γίνει ο ίδιος και απαράλλαχτος χαμός με τον σημερινό.
Έπεται συνέχεια που λένε....

26.8.06

Εκείνη

Το ότι εκείνη δεν θα περίμενε να διαβάσει τον εαυτό της στο blog μου, ελάχιστα με απασχολεί. Αυτό που με απασχολεί είναι να δεί όσος (αν υπάρχει) περισσότερος κόσμος το τι νοιώθω για εκείνην.

Είναι ο άνθρωπος που τα τελευταία 2,5 χρόνια με στοιχειώνει. Ο άνθρωπος με τον οποίο μπορώ να ονειρεύομαι, να εκφράζομαι, να κλάνω και να ρεύομαι ελεύθερα.
Την λένε ΧΧΧ και μένει κάπου στην Ελλάδα. Είναι ό,τι πιο φανταστικό έχει δημιουργήσει ο Πανάγαθος με σκοπό να το γνωρίσω και να το ανακαλύψω.
Και ακόμη αν εκείνη αποφεύγει να δεχθεί την απόλυτη αγάπη μου, εγώ ξέρω πως και εκείνη ξέρει τι σημαίνει για μένα. Και το μόνο που ξέρει να κάνει είναι να ρίχνει περισσότερο λάδι στη φωτιά μου που καίει για εκείνην. Εν αγνοία της? Δεν ξέρω και δεν με ενδιαφέρει. Είμαι εγωιστής και το μόνο που θέλω είναι να της ανήκω και να μου ανήκει.

Αναλώνεται σε τυχαίους τύπους (κατά τη γνώμη μου πάντα) και ενώ ξέρει (η θα ήθελα να ξέρει) πως είμαι αυτό που της ταιριάζει, γιατι την νοιώθω , την καταλαβαίνω, την αισθάνομαι και την ανέχομαι, υποκρίνεται (έτσι υποθέτω) πως δεν τρέχει τίποτα και πως απλά της λείπω.

Είμαι ένας μεθυσμένος μαλάκας που περιαυτολογεί. Σε ικετεύω πεσμένος στα γόνατα να πιείς και να κάνεις ακριβώς το ίδιο. Να πιείς μέχρι εκεί που δεν πάει και να γράψει ένα κείμενο στο οποίο θα περιγράφεις τη γνώμη στο για μένα. Αφού δεν έχεις τα αρχίδια να κάνεις κάτι παραπάνω. Κάνε κάτι απρόσωπο. Όταν στο σπίτι σου γέμιζα την πλάτη σου με φιλιά καθώς την έτριβα, δεν είδα ουτε το παραμικρό σημάδι αντίστασης που να με κάνιε να νοιώσω μια έστω ενοχή για να σταματήσω.

Σε θερμοπαρακαλώ, π4ες μου τι νοιώθεις για μένα, πες μου ότι είμαι ο χειρότερος μαλάκας που μπορεί να σου τύχει και πως ό,τι κάνω ή νοιώθω για σένα δεν έχει απολύτως κανένα νόημα.

Χιλιάδες φιλιά, και όταν ξαναμεθύσω, να είσαι σίγουρη πως εσύ θα έρθεις στο μυαλό μου.

Σε αγαπώ ειλικρινά, αβίαστα και βασανισμένα.
Στέλιος

16.8.06

Autostop



Κυλάει καιρός πολύς.
Κυλάει και γώ εδώ συνεχίζω στην άκρη του δικού μου δρόμου να κάνω οτοστόπ και να περιμένω να περάσει αυτοκίνητο. Μα ποιόν κοροϊδεύω…
Συνεχίζω να ντύνω με ψυχρά χρώματα τις χειμωνιάτικες σκέψεις μου. Λες και κηδεύω τον εγκέφαλό μου εν αγνοία του. Και η τύχη ειρωνική, να στέκεται λίγο πιο κάτω από μένα , στον ίδιο δρόμο, με το ένα μάτι κάτω από το μαντήλι, όπως αρμόζει άλλωστε, και με το άλλο να λοξοκοιτάζει την καλογυαλισμένη λιμουζίνα της.
Η καρδιά πρέπει να πονάει για να αγαπήσει. Η καρδιά πρέπει να αγαπάει για να πονέσει. Αρκεί να υπάρχει.
Νοιώθω σαν να είμαι κλεισμένος στο κλουβί με τις τίγρεις, σε ένα τσίρκο περιοδεύον, παρακμιακό. Να πρέπει να τις δαμάσω, ενώ αυτές έχουν πάρει χαμπάρι την υποκριτικά στολισμένη δεινότητά μου σαν δαμαστή. Και γώ να κλαίω… Μπροστά σε θεριά και κοινό. Μόνο θεριά μάλλον. Γιατί και οι άνθρωποι έτσι καταντήσαμε. Θεριά που τρώει το ένα το άλλο με την πρώτη ευκαιρία. Με το πρώτο νούμερο του λαχνού. Με την πρώτη αναποδιά. Με την πρώτη απογοήτευση. Και να σου κάτω τα κεφάλια. Και οι σκέψεις βουνό στη μέση της θάλασσας. Και το σωσίβιο ένα και μοναδικό. Εσύ ο ίδιος.
Όνειρο ήταν αλλά τόσο μα τόσο αληθινό… Η σάρκα σου ένα με τη δική μου, οι χυμοί σου, τα μαλλιά σου και το βλέμμα σου το μισονυσταγμένο. Ο τρόπος με τον οποίον με έσφιγγες στην αγκαλιά σου, ο τρόπος με τον οποίο σε κρατούσα. Το πάθος… Ποιες λέξεις…
Προσπαθώ να περιγράψω ένα όνειρο με λόγια. Να το κλειδώσω στο χάρτινο μπαούλο, να το έχω πρόχειρο . Τώρα που μπορώ, γιατί θα ξεθωριάσει και αυτό. Θα το ξεχάσω σιγά σιγά. Η ειρωνεία είναι πως όσο προσπαθώ να περιγράψω το όνειρο τόσο απλουστεύουν οι λέξεις, τιμωρώντας με που το βγάζω από το μυαλό και την καρδιά μου. Στερώντας από τον αναγνώστη να μοιραστεί τον ίδιο θυμωμένο οργασμό με εμένα. Αυτό ήταν. Ξέχασα. Άλλο ένα όνειρο θυσιασμένο στην κοινοτοπία
Συνεχίζω να γράφω, με τα χέρια μου αμήχανους γυρολόγους πάνω στο «χαρτί». Πλανόδιοι αγωνιστάδες της ζωής μου, σωτήριοι καρποί μου κινηθείτε!
Παλιότερα η γραφομηχανή, μετά το χαρτί, τώρα το πληκτρολόγιο. Αυτή κι αν είναι ηδονή! Σαν να παίζεις πιάνο. Χωρίς νότες. Μόνο πλήκτρα, πλήκτρα σημαδεμένα με έναν χαρακτήρα, μια φυσιογνωμία ο καθένας. Αρσενικοί, με τις γωνίες και τον εγωισμό τους ο καθένας, δύστροποι και νταήδες, θηλυκοί, με τις καμπύλες τους και τις τρυφερές κινήσεις επιδεικτικής τρυφερότητας. Όλοι μιλάν με την ίδια γλώσσα. Και όλοι συναντιούνται σε ένα όργιο αρχαίο. Ένα συνοθήλευμα που όμοιό του δεν υπάρχει. Καθένας βρίσκει το ταίρι του και ενώνονται με του χεριού μου το νεύμα και με του Έρωτα την άδεια. Λέξεις…
Και γώ ο άθλιος προσπαθώ ακόμη να γεμίζω τη σελίδα με τυχαίους συλλογισμούς, δήθεν πλούτο γνώσης και εμπειρίας. Θα προτιμούσα έναν άνθρωπο δίπλα μου να με αποτρέπει, από το να χλευάζω αυτά που δημιουργώ ο ίδιος. Από το να με αναιρώ.
Κουράστηκα.
Κουράστηκα να είμαι η συνεχής τιμωρία αυτών που θέλουν την ζωή τους ήρεμη.
Ίσως επειδή πλέον ζηλεύω αυτή τη ζωή. Ίσως επειδή πάει καιρός που σχεδόν ανεπιτυχώς υποκρίθηκα ότι μου ανήκει.
Αυτή τη φορά θα γίνει αλλιώς. Θα κάνω ένα βήμα μπροστά και θα σταθώ στη μέση του δρόμου. Και ή θα με πάρει με τη καλογυαλισμένη λιμουζίνα της ή θα με πατήσει.

24 Ιουλίου 2004


Έλεος?. Όχι. Θα προσπαθήσω να ξεράσω αλήθειες απόψε. 24 Ιουλίου 2004 σήμερα και απλά νοιώθω τη ζέστη να κατακλύζει το κεφάλι μου και να το προκαλεί να παράγει έννοιες και διατυπώσεις τις οποίες δεν είμαι καν σίγουρος αν χρειάζεται.
Έχω καιρό να μεθύσω. Να καταλάβω τον εαυτό μου καλύτερα. Τα όνειρα μου λιγοστεύουν. Δεν τα φτάνω ούτε στο όνειρό μου πια.
Περνάει ο καιρός και γω σιωπηλός θεατής της κατρακύλας του εαυτού μου. Τώρα? Τι είναι αυτή η λέξη? Δεν μπορώ πια να ζήσω το τώρα. Ζω το πριν και βασανίζομαι από το μετά. Το τώρα πέθανε. Αναλώνεται στα ταξίδια του. Αδειάζει την κλεψύδρα που του χάρισε ο χρόνος, σε ανούσιες διαπιστώσεις που το μόνο αντάλλαγμα που ζητά για να σταματήσει να σου στέλνει τύψεις, είναι κι άλλη άμμος…
Το ποτήρι μου στέκει πλυμένο και ξεχασμένο σε κάποιο ντουλάπι. Ναι, έχω πάντα το ίδιο ποτήρι όπου κι αν πάω. Οι άκρες των δαχτύλων μου δεν δέχονται πολλές καινούργιες ανακαλύψεις. Όλα αυτά τα μεθύσια που μου χαρίζουν απλόχερα τα όνειρα, είναι στοιβαγμένα σε αυτό το ποτήρι μέσα. Γιατί να το αρνηθώ λοιπόν? Θα το ξαναγεμίζω όσο ξέρω ότι δεν πρόκειται να πεί σε κανέναν άλλο τα μυστικά μου έχω μοιραστεί μαζί του.
Ούτε φεγγάρι απόψε. Ακόμα κι αυτό απέχει από το καθήκον του που δεν είναι άλλο από το να μου θυμίζει πως τα βράδια θέλουν έναν άνθρωπο, ένα πιοτό και την παρουσία του, για να συνθέσουν μια καλοστημένη μπαλάντα. Το που θα την αφιερώσει ο καθένας είναι μια άλλη ιστορία. Και χιλιοειπωμένη μάλιστα.
Τρέμω. Δεν αντέχω άλλο αυτή την ήρεμη νύχτα του Ιούλη. Βλέπεις είμαι και μόνος μου. Αλλά δεν με πολυνοιάζει πια. Ίσως να έχω πείσει τον εαυτό μου ότι η παρουσία των άλλων μπροστά στο ενδεχόμενο μιας καλής ονειροπόλησης είναι μάλλον περιττή.
Σταματάω εδώ. Άρχισα να νοιώθω ότι απολογούμαι σε κάποιον αόρατο δικαστή. Δέχομαι να λογοδοτήσω για αυτά που γράφω, ξέροντας ότι υπάρχει έστω και ένα άτομο το οποίο γνωρίζει τι περνάω, τι νοιώθω, και περιμένει να αναγνωρίσει τα χάρτινα αποτυπώματά μου ανάμεσα σε χιλιάδες άλλα, και να προσπαθήσει να βρεί αν το μητρώο μου είναι λευκό ή γεμάτο από εγκληματικά πολλές ονειροπολήσεις.

Ο έρωτας είναι πυρετός


O έρωτας είναι πυρετός. Πυρετός που καίει τα σωθικά σου, που κάνει κάθε κύτταρο του οργανισμού σου να αναζητάει ένα ζευγάρι χείλη πάνω στο μέτωπό σου. Γούστο δεν είχε?
Μια εβδομάδα μετά και εγώ πρέπει να υποκριθώ ότι θέλω να γράψω τυχαίες μαλακίες σε ένα κομμάτι χαρτί και να τις πασάρω για σκέψεις υστερικής στενοχώριας. Μου λείπεις. Αυτό είναι όλο.
Είμαι δίπλα σου. Στην κουζίνα η καφετιέρα σιγοβράζει γαλλικό καφέ, ενώ εγώ ε κοιτάω σαστισμένος που μισοκοιμισμένη χουζουρεύεις μέσα στα παπλώματα.
Πίνουμε καφεδάκι. Σου μιλάω με φωνή πιο ήρεμη από αυτές που ακούω συνήθως τα βράδια μέσα στο κεφάλι μου. Εσύ ακούς ήρεμα και με κοιτάς. Ακόμη να καταλάβω αυτό το βλέμμα. Το μόνο σίγουρο είναι πως δεν έχει τέλος. Εκεί που ξεκινά τελειώνει κιόλας, επιλεκτικά, απλά.
Ανάβω τσιγάρο, θέλεις? Αρχίζω και συνηθίζω στο φως.
Δεν θέλω να γράψω. Εδώ και μέρες δεν μπορώ. Να το κάνω τι το γράψιμο?
Έγραφα όταν δεν ήμουν καλά. Και ψυχικά και σωματικά.
Τώρα είμαι καλά. Σε γνώρισα.

Κύματα
Εγώ όμως γιατί χειροκροτώ τις ευθείες? Ω Θεέ μου! Απάλλαξέ με από τη μορφή εκείνης που με κάνει διάφανο. Πάρε από πάνω μου εκείνο το βλέμμα, που μου θυμίζει τι πάει να πει οργή. Παραιτούμαι.

Free



Οι γονείς ξύνουν με αγωνία το καραφλό κεφάλι τους, αναρωτιόνται τι πήγε στραβά στα παιδιά τους. Τα κοριτσάκια γουστάρουν . Το ίδιο και τα αγοράκια.
Και όμως οι ίδιοι που μας θέλουν «διαφορετικούς», μας βάζουν σε ένα λούκι αντίρρησης το οποίο οι ίδιοι δεν πιστεύουν. Είμαστε κομμάτι μιας διαδικασίας η οποία μας αλλάζει εξωτερικά, εμφανισιακά, λεκτικά, ψυχολογικά, σεξουαλικά, μέχρι κάποιο άλλο FREE να μας παραλάβει για να μας ανεβοκατεβάσει τα παντελόνια, το μήκος των μαλλιών, την ψυχολογία, ακόμη και τον δείκτη της ζυγαριάς…
Κάποτε ήταν το Lemon, μετά το ΜΕΤΡΟ, τώρα απλά το FREE. Μετά?
Έχετε αποκτήσει ποτέ την αίσθηση ότι περπατάτε σε έναν ηλεκτρικό διάδρομο για πολύ καιρό? Και ότι αυτός ο ηλεκτρικός διάδρομος μοιάζει με τη ζωή σας? Αυτό σημαίνει ότι κάποιοι έχουν πετύχει ενώ εσείς όχι. Και γιατί αυτό?
Γιατί ο εαυτός σας είναι ένας σε σχέση με τα ρούχα, τα λεφτά, τις γκόμενες και τα λόγια σας. Γιατί αργά ή γρήγορα θα καταλάβετε ότι δεν κερδίζετε κανέναν έτσι, απλά με το περιτύλιγμα. Δεν νομίζω ότι αυτό είναι .
Free είναι να μιλάς όπως θέλεις εσύ.
Να ακούς τη μουσική που θέλεις εσύ
Να χορεύεις όπως θέλεις εσύ
Να έχει την κόμμωση που θέλεις εσύ.

Free είναι να σε εκτιμούν για αυτό που πραγματικά είσαι κα πιστεύεις, και όχι για τα παραπάνω.
Free είναι να σε περνάν για βλάκα και συ να είσαι κάτι παραπάνω.
Free είναι να μην νομίζει ο οποιοσδήποτε γονιός, καθηγητής, ομάδα, γυναίκα, ότι σε έχουν ΣΙΓΟΥΡΟ.
Free είναι να μην είσαι καλά και να το δείχνεις. Free είναι να είσαι καλά και πάλι να το δείχνεις.

Μια ατάκα σε σώζει για ένα πήδημα.
Το ίδιο και τα προφυλακτικά σου.
Μήπως αξίζεις κάτι παραπάνω από 2gr latex?

Νοιώσε την ανάγκη να προβληματιστείς, όχι για το χατίρι κανενός, αλλά για σένα.

31.7.06

Γράμμα σε φίλη



Αγαπητή Ντίνα,

Η επικοινωνία μεταξύ δυο ανθρώπων είναι:

• Σαν μια χειροβομβίδα. Αν δεν ξέρεις το χειρισμό της, μπορεί να εκραγεί στα χέρια σου.
• Σαν μια ζυγαριά. Αν προσθέσεις παραπάνω βάρος από τη μια μεριά, θα σε πουν κλέφτη.
• Σαν τον καιρό. Πότε έχει λιακάδα, και πότε καταιγίδες.

Το θέμα είναι αν ο καθένας από μας προσπαθεί να πετάξει τη χειροβομβίδα στον άλλο ή να την θάψει στο χώμα για να μην εκραγεί.
Κοιτάς να βάλεις παραπάνω βάρος στη μεριά του άλλου, ή κοιτάς η δική σου πλευρά να ισορροπεί με του άλλου?
Μπορείς να πάρεις μια ομπρέλα και να μπεις από κάτω με τον άλλο, για να μη βραχείτε…

Δεν με ξέρεις σχεδόν καθόλου, και εγώ το ίδιο. Αυτό όμως δεν με εμποδίζει από το να προσπαθήσω να κάνω αυτά που λέω πράξη. Αν εσύ θέλεις να μείνεις στο γεγονός ότι δεν με ξέρεις, μπορείς να το κάνεις.
Αυτό που προσπαθούσα να σου πω χθες, ήταν πως εγώ ψάχνω ανθρώπους που να μπορούν να καταλαβαίνουν τον τρόπο με τον οποίο λειτουργώ. Και ο καλύτερος τρόπος να γίνει αυτό, είναι να με γνωρίσουν. Και όχι να κάνουν υποθέσεις για μένα.

Το ότι εγώ είμαι ανοιχτός με τους ανθρώπους σημαίνει ένα και μόνο πράγμα. Πίσω από το χαβαλέ κρύβεται ο Στέλιος που ξέρει τι του γίνεται, αλλά οι περισσότεροι γύρω του δεν μπορούν να το αντιληφθούν. Ή δεν θέλουν.
Αυτό είναι η άμυνά μου. Και δε λέω ότι υποκρίνομαι, απλά λέω ότι προτιμώ αυτό το είδος της επικοινωνίας, γιατί μέχρι εκεί φτάνουν οι περισσότεροι. Αν κάποιος μπορεί να δει αυτό που κρύβω, καλώς.

Το ξέρω ότι ακούγομαι ότι ακούγομαι εγωιστής αλλά δυστυχώς η ευτυχώς είμαι.
Και ξέρω ότι κανείς δεν μπορεί να με βοηθήσει παρά μόνον εγώ (ειρωνεία?).

Αυτή είναι η αλήθεια μου Ντίνα. Δεν μπορώ να σου πω ψέματα, Μπορώ όμως να σου κρύψω πράγματα. Αλλά ούτε και αυτό το κάνω. Και η απόδειξη είναι αυτές οι γραμμές.

Φιλάκια…

Ένα πετσοκομμένο ιμελάκι



Ένα στριφτό τσιγάρο και ένα ποτήρι νάμα. Δεν χρειάζομαι τίποτε άλλο εκτός από γλύκα και πίσσα. Ότι και να κάνω γυρνάω πάντα σε γεύσεις και μυρωδιές και βλέμματα. Ποια γκρίνια και ποιο αβέβαιο μέλλον? Τη μισή σου ζωή θα προσπαθείς να κάνεις κάτι που δεν σου αρέσει, γιατί έτσι πρέπει ή έτσι σου είπαν, και την άλλη μισή θα μετανιώνεις που δεν έκανες αυτό που εσύ ήθελες. Και πριν καλά καλά το καταλάβεις θα έχεις φύγει από αυτό εδώ το μέρος. Λες και η άστοχη προσπάθειά σου καθημερινά, δεν ισοδυναμεί με ένα μικρό θάνατο…
Για τι συζητούσαμε? Α! Για τη μοναξιά. Έχεις σκεφτεί ποτέ πόσα πράγματα γύρω σου θυσιάζονται για να μην νοιώθεις μόνη? Παρατηρώ τόση ώρα που γράφω, τη διαδρομή που κάνει κάθε μισό λεπτό, το τσιγάρο από το τασάκι στα χείλη μου, το ίδιο και το ποτήρι με το νάμα. Έρωτας. Και τελικά εγώ είμαι αυτός που διατυπώνει θεωρίες για μοναξιάς. Λέω κάτι ψέματα όμως!
Τελειώνει το νάμα, τελειώνει και το τσιγάρο..

28.7.06

Διάλλειμα



Μεγαλοφυΐα: Ένας που σε στρατόπεδο γυμνιστών θυμάται φάτσες

Γυναίκα. Αυτή η λέξη από μόνη της μας κάνει άνδρες.

Συνέπεια είναι η τέχνη να υπολογίζεις ακριβώς πόσο καθυστερημένα θα έρθει ο άλλος

Η συμφιλίωση με την αγαπημένη σου ύστερα από την απιστία της μοιάζει με το κρυστάλλινο βάζο συγκολλημένο από θραύσματα: ακόμη μπορείς να το χρησιμοποιήσεις, αλλά ήδη δεν μπορείς να το κοιτάς με θαυμασμό.

Διανοούμενοι: μια κοινότητα προσωπικοτήτων τους οποίους ενώνει η δίψα για την αρμονική κοινωνία και η θλίψη πως αυτό είναι κάτι ακατόρθωτο.

Τα δεσμά σκούριασαν: η δημοκρατία τα έλουσε με αίμα, η τυραννία τα χρύσωσε, η νεότερη πολιτική τα καθάρισε, τα γυάλισε και πάνω τους έγραψε "Ελευθερία"



(Ω χιλιάδες αναγνώστες μου! Κειμενάκι πάλι απο τον Αύγουστο. Καλά μπάνια...)

20.7.06

Στον κ. Παναγιώτη Κατσίνα (μέρος δεύτερο)

Προσωπικά δεν πιστεύω στη δύναμη του ανθρώπου να αλλάζει τη μοίρα του.
Αυτό που μπορεί ο άνθρωπος να αλλάξει είναι οι περιστάσεις και μόνο αυτές. Υπάρχει μοίρα? Δηλαδή για να καταλάβω, το τι θα γίνω έχει προκαθοριστεί? Ποιος λογικός άνθρωπος το δέχεται αυτό? Ή μήπως πρέπει να δεχθούμε το γεγονός ότι εμείς και μόνο εμείς δημιουργούμε το μέλλον μας? Είπαμε, δεν υπάρχει παρόν. Το μόνοι που μπορούμε να κάνουμε είναι να αντιληφθούμε έγκαιρα ότι η το μέλλον που πρόκειται να ζήσουμε είναι μια διαδοχή παρελθόντων ενεργειών που λογικά έπονται, στο σημείο που μπορούμε να προβλέψουμε.
Αυτή τη στιγμή ξέρω (πάνω κάτω) το μέλλον μου. Όχι το μακρινό, αλλά το κοντινό.
Ξέρω ότι στο άμεσο μέλλον θα μεθύσω μιας και έχουν προηγηθεί μερικά ποτήρια κρασί. Ξέρω επίσης ότι θα στείλω μήνυμα στη γυναίκα που με ενδιαφέρει, λέγοντας της να κάνουμε μια νέα αρχή. Αυτό είναι μοιραίο δηλαδή? Δε νομίζω…
Το παρόν δεν υπάρχει. Μέχρι να μπεις στον μάταιο κόπο να το ορίζεις έχει γίνει παρελθόν. Σε όλους μας λένε να μην μετανιώνουμε για κάτι που έχουμε κάνει στο παρελθόν, μιας και πέρασε. Δεν έχουν καταλάβει ότι δεν μετανιώνουμε για την καθαυτή πράξη, αλλά για την αδυναμία μας να αλλάξουμε τις παραμέτρους που την εκτέλεσαν.

Ride the snake….
Το χειρότερο είναι να ξέρεις το μέλλον σου αλλά να μην μπορείς να αποφασίσεις πότε να το πραγματοποιήσεις. Δηλαδή να μην μπορείς να φέρεις τις συνθήκες στα μέτρα σου. Και τότε καταλαβαίνεις πόσο αδύναμος είσαι μπροστά σε αυτή την αέναη κίνηση των πάντων, πόσο πεπερασμένος είσαι. Το νόημα της ζωής για τους περισσότερους ανθρώπους είναι να επιτελέσουν ένα έργο στη ζωή τους, που θα τους κάνει να ξεφύγουν από τα 2 παρά κάτι μέτρα του σώματός τους και να κερδίσουν σχόλια, αποδοχή, κι άλλο ύψος. Γι’αυτό όλα σχεδόν τα αθλήματα έχουν και μια μπάλα, γιατί μπορείς να την πετάς ψηλά…
Γι’αυτό όλοι μας κάποτε θέλαμε να γίνουμε αστροναύτες ή πιλότοι στα παιδικά μας χρόνια. Και όχι γιατροί ή δικηγόροι. Γι’αυτό όλοι κοιτάζουν με ένα βλέμμα περίεργο τους ιερείς, γιατί αδυνατούν να καταλάβουν πως ένας άνθρωπος μπορεί να φτάσει τόσο ψηλά, που να συναντήσει το Θεό. Γιατί μέχρι εκεί φτάνει ο εγωισμό μας, μέχρι το φεγγάρι. Άντε, μέχρι τον Άρη…
Χρόνος. Για άλλους γιατρός, για άλλους δολοφόνος, για κανέναν-μα κανέναν φίλος.
Ανακαλύψαμε τη μετενσάρκωση μόλις συνειδητοποιήσαμε ότι στον καθένα μας αναλογεί μια μικρή μερίδα αυτής της τεράστιας πίτας, που συνεχώς αναζυμώνεται.
Κάποιος γεννιέται και παίρνει ένα μικρό κομματάκι, και άλλος πεθαίνει για να δώσει το κομματάκι του πίσω…
Ξέφυγα πάλι. Καιρό είχα να πιω κάμποσες σταλιές παραπάνω κρασί, και αμέσως το μυαλό και η ψυχή μου συγχέονται και γίνονται ένα.
Θα ρισκάρω να αδειάσω το ποτήρι μου και να καπνίσω το τελευταίο τσιγάρο από το πακέτο μου. Η περίσταση το απαιτεί, αυτό που μένει είναι το ρίσκο. Το ρίσκο του να γίνει το μέλλον παρελθόν, του να κολλήσω στη στιγμή που πέρασε, και όχι να ατενίσω τη στιγμή που έρχεται.
Dejavou για μια ακόμη φορά.
Διαιρέτης